Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Ο κυρ Σιμιγδαλένιος



Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε μια θυγατέρα. Την γυρέψανε πολλοί για γυναίκα, αλλά εκείνη δεν ήθελε κανένα, γιατί κανένας δεν της άρεζε. Έβαλε λοιπόν στο νου της να φτιάσει μοναχή της έναν άνδρα.

Πήρε τρία κιλά αμύγδαλα, τρία κιλά ζάχαρη και τρία κιλά σιμιγδάλι, κοπάνισε τα αμύγδαλα και τα ζύμωσε όλα μαζί, ζάχαρη, μύγδαλα, και σιμιγδάλι και πιάνει και φκιάνει έναν άντρα και τον σταίνει μπροστά στον Άγιο του σπιτιού. Και αρχίζει τις μετάνοιες. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες παρακαλούσε το Θεό και απάνω στις σαράντα μέρες τον ανέστησε ο Θεός και τον είπαν τ'όνομα του κυρ Σιμιγδάλη και κυρ Σιμιγδαλένιο. 

Ήταν πεντάμορφος και το όνομά του ακούστηκε σε όλο τον κόσμο. Τον κυρ Σιμιγδάλη τον έμαθε και μια βασίλισσα από αλαργινό βασίλειο και θέλησε να πάει να τον πάρει. Φτιάνει λοιπόν μαλαματένιο κάτεργο με μαλαματένια κουπιάκαι πάει εκεί που ήταν ο κυρ Σιμιγδαλένιος. Άμα έφτασεν εκεί, λέει στους ναύτες:
Όποιος ξεχωρίζει στην ομορφιά να τον αρπάξετε και να μου τον φέρετε στο κάτεργο. 
Όταν έμαθε ο κόσμος πως ήρθε μαλαματένιο κάτεργο, πήγαν όλοι να το δουν, πήγε και ο κυρ Σιμιγδαλένιος. Σαν τον είδαν οι ναύτες, αμέσως τον εγνώρισαν και μονομιάς τον αρπάζουν και μέσα στο κάτεργο!

Καρτερεί το βράδυ η βασιλοπούλα να πάει ο κυρ Σιμιγδαλένιος, καρτερεί..τίποτα! Ρωτάει τον ένα, ρωτάει τον άλλο, μαθαίνει πως τον άρπαξε μια βασίλισσα και έφυγε. Τι να γίνει, τι να κάνει;

Πάει και φτιάνει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια και παίρνει δρόμο όπου τον βρει. Τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ από τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα. 

- Ώρα καλή, σταυρομάνα
-Καλώς την κοπέλα. Που, κοπέλα μου,σ'αυτά τα χώματα;
-Η τύχη μου μ' έφερε.Να μην είδες πουθενά τον κυρ Σιμιγδάλι, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
- Που, κορίτσι μου; αυτό το όνομα πρώτη φορά τ'ακούω. Κάτσε να ρθει το παιδί μου το βράδυ, αυτό γυρίζει όλο τον κόσμο, μπορεί να τον είδε πουθενά. 

Το βράδυ που ήρθε το φεγγάρι, του είπε:
-Παιδί μου, αυτή η κοπέλα σε παρακαλάει να της πεις μην είδες πουθενά τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
-Που; δεν τον είδα, κορίτσι μου. Αυτό το όνομα πρώτη φόρά τ'ακούω.Να πας στον ήλιο.Εκείνος μπορεί να τον είδε, γιατί γυρίζει πλειότερο στον κόσμο.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί και το πρωι της έδωσαν ένα μύγδαλο και της είπαν:
- Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις.

Πήρε η βασιλοπούλα το μύγδαλο και έφυγε. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έλειωσε το ένα ζευγάρι παπούτσια, όταν έφτασε στου ήλιου τη μάνα.
- Ώρα καλή, σταυρομάνα.
-Καλώς την κοπέλα. Πού κοπέλα μου σ'αυτά τα χώματα;
- Η τύχη μου μ'έφερε. Να μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη; τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
- Που κορίτσι μου; δεν τον είδα. Μόνο κάτσε να ρθει το παιδί μου το βράδυ, εκείνο μπορεί να τον είδε, γιατί γυρίζει πολύν κόσμο. 

Πάει ο ήλιος το βράδυ, γονατίζει μπροστά του η βασιλοπούλα και του λέει:
-Ήλιο μου, κυρ Ήλιο μου και κοσμογυριστή μου, μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
-Πού; δεν τον είδα. Μόνο να πας στ'αστέρια που είναι πολλά, μπορεί να τον είδε κανένα. 
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί και το πρωι της έδωσαν ένα καρύδι, και της είπαν:
-Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις. 

Ύστερα της έδειξαν το δρόμο και τους άφηκε γειά και έφυγε. 
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έλιωσε και τ'αλλο το ζευγάρι τα παπούτσια, όταν έφτασε στων αστεριών τη μάνα. 
- Ώρα καλή, σταυρομάνα. 
- Καλώς την κοπέλα; Που κοπέλλα μου, σ'αυτά τα χώματα;
- Η τύχη μου μ' έφερε. Να μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο; 
-Που; κορίτσι μου; δεν τον είδα. Μόνο κάτσε να έρθουν το βράδυ τα παιδιά μου, μπορεί να τον είδε κανένα. 
Πήγαν το βράδυ τα παιδιά της, και τα ρωτάει:
-Μην είδατε τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο; 
-Όχι, δεν τον είδαμε, είπαν τ'αστέρια. 
Τότε πετιέται ένα μικρό και λέει:
-Τον είδα εγώ
-Που τον είδες;
-Στ'ασπρα σπίτια τα χανιά, το γέρανο πουλάκι, εκεί τον έχει η βασίλισσα και τον φυλάει, να μην πάνε και της τον πάρουν. 
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί. Το πρωί της δείχνουν το δρόμο, της έδωσαν ένα φουντούκι και της είπαν:
-Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις. 

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει εκείπου ήταν ο κυρ Σιμιγδάλης. Πάει στο παλάτι είχαν πολλές χήνες. Πάει στις δούλες και τους λέει:
-Δε μ'αφήνετε να καθήσω εκειδά πόχετε τις χήνες;
Οι δούλες πάνε στη βασίλισσα και της λένε:
-Κυρά βασίλισσα, όξω είναι μια ζητιάνα και γυρεύει να τη βάλουμε να καθήσει στις χήνες. Τι να κάνουμε;
-Βάλτε την, είπε η βασίλισσα. 
Την έβαλαν. Εκεί κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. 
Το πρωί, άμα σηκώθηκε τσακίζει το μύγδαλο και βγαίνει μια ανέμη χρυσή με το μαγγάνι χρυσό και έβγαζε μασούρια χρυσάφι.Την είδαν οι δούλες και τρέχοντας πάνε στη βασίλισσα και της το λένε. 

Σαν τ'άκουσε η βασίλισσα, τους λέει:
-Δεν πάτε να της πείτε να μας τη δώσει εμάς; Τι την θέλει εκείνη;
Πάνε οι δούλες και της λένε:
-Είπε η κυρά βασίλισσα, δε μας τη δίνεις εμάς την χρυσή την ανέμη με το μαγγάνι; Τι την θέλεις εσύ;
-Σας τη δίνω μόνο θα μου δώσετε για μια βραδιά τον κυρ Σιμιγδάλη. Πάνε οι δούλες και το λένε στη βασίλισσα. 
-Και δεν της τον δίνουμε!είπε η βασίλισσα. Τι θα πάθει;

Το βράδυ λοιπόν, άμα φάγανε, έδωκεν η βασίλισσα, στον κυρ Σιμιγδάλη ένα πιοτό, και αυτό το πιοτό είχε μέσα ύπνο. Μόλις το ήπιε, αποκοιμήθηκε και τον πήραν οι δούλες στα χέρια και τον πήγαν στη ζητιάνα, και πήραν τη χρυσή ανέμη με το μαγγάνι.

Όταν έφυγαν οι δούλες, άρχισε η βασιλοπούλα να λέει στον κυρ Σιμιγδάλη:
-Γιατί δεν ξυπνάς; Δεν είμαι γω που σε έφτιασα; που έλιωσα τα μύγδαλα, τη ζάχαρη και το σιμιγδάλι και τα ζύμωσα; που έλιωσα τρία ζευγάρια παπούτσια σιδερένια, για να ρθω να σε βρω, και συ τώρα δε μου μιλάς; Δε με λυπάσαι, μάτια μου και φως  μου; Αυτά έλεγε όλη νύχτα η βασιλοπούλα, μα που να ξυπνήσει ο Σιμιγδαλένιος!

Το πρωί πήγαν οι δούλες, πήραν τον κυρ Σιμιγδάλη, του έδωσε η βασίλισσα άλλο ποτό και ξύπνησε.
Σαν έφυγαν οι δούλες, τσάκισεν η βασιλοπούλα το καρύδι και βγαίνει απο μέσα μια χρυσή κλώσσα με χρυσά πουλιά. 

Είδαν οι δούλες τη χρυσή κλωσσά με τα χρύσα πουλιά και τρέχοντας πήγαν στη βασίλισσα και της είπαν:
-Τρεχάτε είπεν η βασίλισσα πέστε της να μας τη δώσει εμάς, τι την θέλει εκείνη! Και σα σας πεί, να τη δώσουμε τον κυρ Σιμιγδαλένιο, της τον δίνουμε. Τι θα πάθει; Τι έπαθε το βράδυ, που της τον δώσαμε;
Πάνε οι δούλες και της είπανε:
-Δε μας τη δίνεις εμάς τη χρυσή κλώσσα με τα χρυσά πουλιά; Τι την θέλεις εσυ;
-Σα μου δίνετε τον κυρ Σιμιγδαλένιο άλλη μια βραδιά...

Σου τον δίνουμε είπαν οι δούλες.
Έδωσε πάλι η βασίλισσα ύπνο στον κυρ Σιμιγδάλη και μόλις αποκοιμήθηκε τον πήραν στα χέρια οι δούλες και τον πήγαν στη ζητιάνα, πήραν τη χρυσή κλώσσα με τα χρυσά πουλιά και έφυγαν. 

Σαν έφυγαν, άρχισε πάλι η βασιλοπούλα να λέει οτι έλεγε την πρώτη βραδιά, αλλά που να ξυπνήσει ο κυρ Σιμιγδάλης. Και το πρωί πήγαν πάλι οι δούλες, πήραν τον κυρ Σιμιγδάλη και έφυγαν. 

Η ζητιάνα σπάζει τότε το φουντούκι και βγαίνει απομέσα μια γαρουφαλιά με τα χρυσά γαρούφαλα, τρέχοντας πήγαν στη βασίλισσα και της το είπαν:
-Σύρτε, πέστε της να μας τη δώσει εμάς, τι την θέλει εκείνην; Κι αν θέλει πάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο, της τον δίνουμε, είπε η βασίλισσα. 
Πήγαν οι δούλες και της το είπαν. 

Μα δίπλα, εκεί που καθόταν η ζητιάνα, καθόταν ένας ράφτης και έραβε τη νύχτα και άκουσε όλα τα λόγια που έλεγε η ζητιάνα. Βρίσκει τον κυρ Σιμιγδάλη και του λέει:
-Βασιλιά μου, με το μπαρντόν, θα σου κάμω μια ερώτηση. 
-Να μου κάνεις είπε ο κυρ Σιμιγδάλης. 
-Το βράδυ που κοιμάσαι;
-Γιατί μ'ερωτάς; Στο σπίτι μου, που θα κοιμάμαι;
-Κυρ Σιμιγδάλη, έχω δυο βραδιές να κλείσω μάτι, απο κείνη τη ζητιάνα, που έχετε στις χήνες. Όλη νύχτα κάθεται και λέει: "Κυρ Σιμιγδάλη, γιατί δεν ξυπνάς; Εγώ έλιωσα τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να ρθω και σε βρω και συ τώρα δε μου μιλάς;"

Ο κυρ Σιμιγδάλης το κατάλαβε, μα δεν είπε τίποτα.Πάει και σιάζει το άλογό του και βάζει πάνω ένα δισάκι φλουριά. 
Το βράδυ του έδωκε πάλι η βασίλισσα το πιοτό, μα εκείνος δε το ήπιε και έκαμε πως αποκοιμήθηκε. 

Μονομιάς τότε οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στη ζητιάνα και πήραν τη χρυσή γαρουφαλιά με τα χρυσά γαρύφαλα. 

Σαν έφυγαν οι δούλες και άρχισε πάλι η βασιλοπούλα να λέει τα βάσανά της, σηκώθηκε ο κυρ Σιμιγδαλένιο, την αγκάλιασε και στη στιγμή μπήκαν καβάλα στ' άλογο και πήραν δρόμο. 

Πάνε το πρωί οι δούλες να πάρουν τον κυρ Σιμιγδαλένιο, που να τον βρουν! Τρέχοντας με τα κλάματα πήγαν στη βασίλισσα και της το είπαν. Άρχισε τότε και κείνη τα κλάματα, μα τι να κάνει; Τότε είπε:
-Θα φτιάσω και γω έναν άντρα, και στη στιγμή βάζει τις δούλες και τσακίζουν κάμποσα μύγδαλα, τ'ανακατεύει με ζάχαρη και σιμιγδάλι και φτιάνει έναν άνθρωπο και αρχίζει τις μετάνοιες. Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, και απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν.

Η βασιλοπούλα με τον κυρ Σιμιγδαλένιο πήγαν στο βασίλειό τους και έζησαν καλά και όχι καλύτερα. Ήμουνα και γω κειδά και έκανα σεργιάνι. 

(από το βιβλίο του Γ.Α. Μέγα Ελληνικά Παραμύθια και όποιος βαριέται να το διαβάσει ας το ακούσει εδώ)

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιχνίδια του Φλεβάρη



Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.
-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.
Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει. Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.
-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…
-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!
Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.
-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄ αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα. Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!
-Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης.
-Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:
-Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;
-Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.
-Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.
-Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;
-Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.
-Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης. 
Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά.
Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:
-Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!
Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.
-Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.
-Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.
Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.
-Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!
-Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.
Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.
-Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;
-Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.
Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι, μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...
-Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...
-Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει. 
Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!
-Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…
Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:
-Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.
-Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.
-Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.
Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.
-Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;
-Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.
-Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.
-Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.
«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:
-Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.
Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!
-Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς.
Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:
-Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…
Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.
-Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.
Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.
Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.
Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.
-Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.
-Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.
-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.
Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:
«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!» 

(Την ιστορία τη βρήκα εδώ )