Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

μνήμη και λαχτάρα

Μια ματιά ανεξίτηλη
Μνήμη μηδεν
Συνάντηση
Μνήμη θολή
Φωτογραφία
Μνήμη δυνατή
Επικοινωνία
Μνήμη καθημερινή

Λαχτάρα καθημερινή

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

χαρμολύπη η ζωή μωρέ


Ανοίγω τα μάτια κατά τις 8.30 χαζολογώντας στο ιντερνέ, μπαίνω και στο τουιτερ…και μαθαίνω τα δυσάρεστα…Contrabbando RIP και σκέφτομαι τη ημερομηνία έχουμε, δεν είναι πρωταπριλιά…Θεέ μου


Δεν του αρμόζουν οι επικήδειοι και τα κλισέ, ο Contrabbando ήταν μια ιδιαίτερης εξέχουσας σημασίας προσωπικότητα. Νοιώθω πάρα πολύ τυχερή που τον γνώρισα πρώτα μέσω twitter, μετά μέσω των εκπομπών του στο radiobubble…στιγμές αστείρευτου χιούμορ και απείρου γέλιου και φυσικά δια ζώσης. Σε έκανε να τον συμπαθήσεις ,από την πρώτη στιγμή, που τον «συναντούσες». Είχα λαχτάρα να τον γνωρίσω, από κοντά, όπερ εγένετο. Πριν σχεδόν δύο χρόνια ανέβηκε Θεσσαλονίκη, προπαραμονές εορτών. Ακόμα, θυμάμαι την πρώτη στιγμή, που μου είπε ένας φίλος «Ευαγγελία να τος ο Παναγιώτης»(δεν είχα ούτε μια εικόνα πως ήταν) πήγα στάθηκα μπροστά του, αμέσως με κατάλαβε εεε και ακολούθησαν αγκαλιές φιλιά..αυτή τη στιγμή την κατατάσσω, ως μία από τις πιο όμορφες της ζωής μου. Χωρίς γιατί, έτσι. Γιατί δεν εξηγούνται όλα με γιατί.
όσοι τον είχαν κοντά τους, είναι πολύ τυχεροί και έχουν πολλά περισσότερα να θυμούνται. Πολλές φορές, όμως, μπορεί να συναντήσεις κάποιον, που δεν τον βλέπεις ή δε μιλάς καθημερινά, αλλά σου εκμαιεύει μια οικειότητα pure βρε αδελφέ, που δε στη βγάζουν άλλοι, που τους ξέρεις χρόνια πολλά.
Εύχομαι να είναι καλά εκεί που πας…
Τα υπόλοιπα τα κρατώ στην καρδιά μου, είσαι δυνατός, και φωτεινό παράδειγμα
Θα κλείσω με αυτό
Πένθησε με μέτρο τους γνωστούς σου. Γιατί δεν έχουν πεθάνει, αλλά τον ίδιο δρόμο που όλοι αναγκαστικά θα περάσουμε, αυτοί τον πήραν πρώτοι.~Αντιφάνης

Και με το βιντεάκι αυτό που τυχαία έπεσε το μάτι μου στο όνομα του άλμπουμ λέει Κοντραμπάντο...

https://www.youtube.com/watch?v=9vVWJupH6_A&feature=kp

εις το επανιδείν φίλε μου...αα και το φως του Πανίκα θα το κρατήσω, για να θυμάμαι την έκπληξη..και επίσης σου υπόσχομαι οτι στα τσίπουρα θα πίνω πάντα ένα για σένα...

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

ο Χτυποκάρδης του Καρλ Νοράκ

Από τα πολύ αγαπημένα μου ο Χτυποκάρδης..θα παραθέσω αποσπάσματα του βιβλίου. Αξίζει να το αγοράσει κάποιος, και για την ιστορία αλλά και για την υπέροχη εικονογράφηση της  Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ.

Επειδή θα το απελευθερώσω στις 14 Φλεβάρη, που είναι η γιορτή των ερωτευμένων, με την ελπίδα να το βρει ένα ζευγάρι και να το διαβάσει μαζί, το έχω κρατήσει σαν ιστορία...

Ο κύριος Πετράν έφτιαχνε μαριονέτες. Δεν τις έδειχνε όπως ποτέ στα παιδιά. Τις έφτιαχνε μόνο για τον εαυτό του, για να πραγματοποιεί τα όνειρά του. 

.............................................................

Πρώτα, έφτιαξε μια μικρή ερωτευμένη κούκλα. Στην καρδιά της τοποθέτησε δύο μικροσκοπικά βότσαλα. Κάθε φορά που οι πετρούλες χτυπούσαν, έβγαζαν σπίθες που την έκαναν να λάμπει ολόκληρη. Όμως, οι σπίθες άναψαν φωτιά και η κούκλα κάηκε. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά, που η κούκλα αισθάνθηκε να φλέγεται από έρωτα.

Έπειτα, ο εφευρέτης κατασκεύασε ένα σκυλί για να έχει συντροφιά. Το ζώο ήταν σαν αληθινό! Άρχισε, λοιπόν, να γαβγίζει και να δαγκώνει. 


Ο κύριος Πετράν αποφάσισε να το σπάσει, για να σταματήσει η φασαρία. Ο κύριος Πετράν δεν έχασε το κέφι του. Έφτιαξε ένα πολύ για να ανεβάσει τα όνειρά του στον ουρανό. Το πουλί φτερούγισε τόσο δυνατά και πέταξε τόσο μακριά, που δεν ξαναγύρισε τόσο δυνατά και πέταξε τόσο μακριά, που δεν ξαναγύρισε ποτέ. Τι κρίμα, έμεινε πάλι μόνος! 


Ξαφνικά, ένα πρωί του ήρθε μια καταπληκτική ιδέα. Αποφάσισε να φτιάξει ένα ανδρείκελο, που να του μοιάζει, 
-Θα είναι ο σωσίας μου! Είπε ενθουσιασμένος. Θα μ' αγαπάει και εγώ θα τον έχω σαν αδελφό. Στάθηκε λοιπόν μπροστά στον καθρέφτη κι άρχισε να δουλεύει.  

......................................................

Πήρε μικρά γρανάζια από το καλύτερο ρολόι του και του τα έβαλε στον εγκέφαλο. Στη σχισμή που άνοιξε για στόμα τοποθέτησε πολλά μικρά μουσικά κουτιά. Έτσι η μαριονέτα θα μιλούσε γλυκά σαν αηδόνι.

.....................................................

Εκείνη ακριβώς τη νύχτα, η μαριονέτα του άνοιξε τα μάτια της. Σηκώθηκε από τη θέση της αργά αργά. Είχε ζωντανέψει…Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα…

....................................................

Μ έφτιαξες από ξύλο, δεν είμαι σαν και εσένα. Κι όμως κρυώνω τόσο πολύ, είπε το πλάσμα. 
-Να πάρει! Απάντησε ο κύριος Πετράν, και του πέταξε ένα σάλι. 

......................................................

Για πολλές μέρες δεν έδιναν σημασία ο ένας στον άλλο. Ένα μεσημέρι, το ανδρείκελο είπε:
-Εσύ που μ’ έφτιαξες τι όνομα μου διάλεξες;
-δε σου χρειάζεται όνομα . Δεν είσαι κανένας.
-Σ’ αγαπώ σαν αδελφό, μόλο που δεν έχω καρδιά. Εσύ γιατί δε μ’αγαπάς με τη δική σου; Του είπε το πλάσμα, κι ακούμπησε το μηχανικό του χέρι στον ώμο του. 
Με πονάς, Φύγε! Φώναξε ο κύριος Πετράν και τινάχτηκε. Είσαι άσχημος. Μ’ αηδιάζεις. Ποτέ δε θα μου μοιάσεις!
.....................................................

Τραγούδησε σιγανά, έκανε τον γαλάζιο κλόουν… όμως ο κυριος Πετράν δεν του έριξε ούτε ένα βλέμμα. Εκείνη τη νύχτα, το ανδρείκελο έμεινε ξάγρυπνο. Μόλις ξημέρωσε, έφυγε χωρίς ένα αντίο…Βρέθηκε σε μια άγνωστη πόλη, όπου δε γνώριζε κανέναν. Στον δρόμο κρυβόταν.  

......................................................................

«Η πρώτη λέξη που θ’ακούσω θα είναι το όνομά μου!» σκέφτηκε.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τσίρκο πέρασε από μακριά..
Η φωνή στα μεγάφωνα έλεγε:
-Χτυποκάρδι στο τσίρκο που ήρθε απ’ τα θερμά κλίματα!
.........................................................................

Ο Χτυποκάρδης διέσχισε ένα πάρκο. Έφτασε στη μεγάλη πλατεία όπου είχαν στήσει την τέντα του τσίρκου. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, για να δει τα ζώα στα κλουβιά. 
Πλησίασε και με νοήματα και φωνούλες έδειξε πως ήταν χαρούμενος που ήταν μαζί τους. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν.

...........................................................................

-Με λένε Χτυποκάρδη
-Ωραίο ακούγεται. Έχει γούστο. Πες μου όμως, εσύ δε χαμογελάς ποτέ;
Ντροπαλά, ο Χτυποκάρδης προσπάθησε για πρώτη φορά να χαμογελάσει.
-Λοιπόν, άκουσέ με καλά, μεγάλε θλιμμένε παλιάτσε! Του είπε το κορίτσι. Τώρα θα μάθεις το μυστικό μου. Εγώ, η Έλλη, είμαι λίγο μάγισσα.

........................................................................... 

«Είμαι βέβαιος ότι τα παιδιά δε με φοβούνται» σκέφτηκε. «Ξέρουν ότι δεν είμαι κακός. Εγώ είμαι λίγο σαν και αυτά. Έχω τόσα να μάθω!»

...............................................................................





Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Η γέφυρα του γίγαντα (Ιρλανδία)


Μια φορά κι έναν καιρό – τότε που ακόμα οι άνθρωποι ζούσαν με τους γίγαντες μονοιασμένοι – υπήρχε ένας γενναίος πολεμιστής στην Ιρλανδία που τον λέγανε Φινν.

Ο Φινν ήταν από εκείνους τους πολεμιστές που είχαν αίμα γιγάντων και γι’αυτό ήταν ψηλός και τρομερός στη μάχη. Είχε πολεμήσει τους μαύρους πειρατές κι είχε βουλιάξει τα καράβια τους, είχε με εξυπνάδα ξεγελάσει τα μπλε ξωτικά του δάσους κι είχε κατατροπώσει τους ληστές των βουνών για να μπορεί η θεία του να περνάει από την οροσειρά και να πηγαίνει να τον βλέπει όποτε του έφτιαχνε κέικ.

Μια μέρα που περπατούσε στην ακτή κοντά στην παλιά γέφυρα του γίγαντα – η γιαγιά του η γιγάντισσα έλεγε ότι την είχε φτιάξει ο παππούς τους αλλά δεν την πίστευε και πολύ – ο Φινν είδε ένα κορίτσι να ατενίζει τη θάλασσα, τα μαύρα μαλλιά της να ανεμίζουν στον κρύο αέρα της Ιρλανδίας και τη ρώτησε τι κάνει εκεί.

- Κοιτάω τις ακτές της Σκωτίας – του είπε η κοπέλα δείχνοντας τη γη απέναντι.
Την λέγανε Ούνα κι ο Φινν την αγάπησε με την πρώτη ματιά αν και εκείνη τον αγάπησε με τη δεύτερη. Είχε φύγει από τη Σκωτία όταν σε μια μάχη με τον τρομερό γίγαντα πολεμιστή Μπεναντόνερ το χωριό της είχε καταστραφεί. Κουρασμένη από τις μάχες είχε περάσει τη γέφυρα του γίγαντα μια νύχτα κι είχε έρθει στην Ιρλανδία αλλά της έλειπε το σπίτι της και τα αλμυρά λιβάδια του χωριού της.

Παντρευτήκανε μια μέρα δίπλα στη θάλασσα και ο Φινν της έφτιαξε ένα σπίτι με πέτρες γκρι και σταθερές για να μη τις παίρνει ο άγριος αέρας. Έφτιαξε το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας να βλέπει προς τις ακτές της Σκωτίας και τη γέφυρα του γίγαντα που οδηγούσε στο χωριό της αν και το χωριό της δεν ήταν πια εκεί. Κι ήταν ευτυχισμένοι.

Ένα βράδυ που ο αγέρας φυσούσε λυσσασμένα γύρω από το μικρό γκρι σπιτάκι χτύπησε η πόρτα κι η Ούνα πήγε ανήσυχη να δει ποιος είναι γιατί η σούπα ήταν έτοιμη κι ο Φινν δεν είχε έρθει ακόμα. Άνοιξε τη βαριά πόρτα κρατώντας το σπαθί της – γιατί οι ληστές είχαν πολλαπλασιαστεί στην ακτή εκείνα τα χρόνια – και είδε τον ξάδελφο της να την περιμένει. Είχε περάσει με κάθε προφύλαξη τη γέφυρα του γίγαντα για να την ειδοποιήσει ότι ο Μπεναντόνερ είχε ακούσει για τον γενναίο Φινν και δεν ανεχόταν να υπάρχει κι άλλος πολεμιστής με αίμα γιγάντων πιο ξακουστός από αυτόν. Λογάριαζε λοιπόν την άλλη μέρα να περάσει τη γέφυρα και να καλέσει τον Φινν σε μάχη.

Η Ούνα ήξερε την καρδιά του Φινν και ήταν σίγουρη πως θα έλεγε ναι. Θυμόταν όμως η Ούνα πως ο Μπεναντόνερ είχε γονείς γίγαντες ενώ ο Φινν μόνο παππούδες και φοβόταν πως θα σκοτωθεί ο άντρας της στη μάχη. Έδιωξε γρήγορα τον ξάδελφο της και έριξε στη σούπα βοτάνια τρομερά που θα κοιμίζανε και τους θεούς. Όταν ήρθε ο Φινν τον φίλησε στο μάγουλο και έκανε την άρρωστη για να μη φάει, εκείνος όμως μόλις τελείωσε τη σούπα του κοιμήθηκε πάνω στο τραπέζι με τα ροχαλητά του τόσο δυνατά που τρέμανε οι πέτρες του σπιτιού.

Γρήγορα – γρήγορα η Ούνα του ξύρισε τα πλούσια γένια και έφερε με κόπο στο σπίτι το ξύλινο παχνί των ζώων που το έστρωσε με σεντόνια άσπρα κεντημένα για να μοιάζει με κούνια. Με μεγάλη προσπάθεια έβαλε τον Φινν μέσα. Άνοιξε το παλιό μπαούλο της γιαγιάς του Φινν με τα αναμνηστικά της και του έβαλε το μωρουδιακό σκουφί του παππού του γίγαντα και τα μωρουδιακά ρουχαλάκια και δίπλα άφησε την τεράστια πιπίλα. Κι αφού όλα ήταν έτοιμα κάθισε να περιμένει στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας.

Τα ξημερώματα είδε τον τρομερό όγκο του Μπεναντόνερ να περνάει τη γέφυρα του γίγαντα, η γη να αντηχεί ρυθμικά στα βήματα του. Βγήκε στην πόρτα της κάνοντας ότι μόλις είχε ξυπνήσει.
- Καλημέρα Ούνα, φώναξε ο Μπεναντόνερ
- Καλή σου μέρα Μπεναντόνερ. Πώς κι από τα μέρη μας;
- Έμαθα ότι παντρεύτηκες Ούνα και ήρθα να δώσω ένα μάθημα στον άντρα σου που διαλαλεί ότι έχει αίμα γιγάντων.
- Δεν είναι ο άντρας μου εδώ – είπε η Ούνα σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της – μόνο ο γιος μας είναι μέσα και κοιμάται κι εκείνος έχει πάει για κυνήγι.

Κάλεσε τον Μπεναντόνερ στο σπίτι που μπήκε μέσα σκυφτός για να μη χτυπάει το κεφάλι του στο ταβάνι. Κι όσο η Ούνα έφτιαχνε το τσάι του σε μία μεγάλη κατσαρόλα ο Μπεναντόνερ είδε το γιγάντιο μωρό που κοιμόταν στο παχνί.
- Αυτός είναι ο γιος σου; ρώτησε την Ούνα.
- Αυτός, είπε η Ούνα χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της από την κατσαρόλα.

Ο Μπεναντόνερ, βλέποντας τον τρομερό Φινν να κοιμάται και νομίζοντας ότι είναι το μωρό του Φινν και της Ούνα δείλιασε γιατί σκέφτηκε ότι αν το μωρό είναι τόσο ψηλό και δυνατό τότε σίγουρα ο πατέρας πρέπει να είναι πραγματικός γίγαντας. 

Τρελός από φόβο βγήκε γρήγορα από το σπίτι κι έτρεξε προς τη Σκωτία – με κάθε βήμα κατέστρεφε και λίγο από τη γέφυρα του γίγαντα για να είναι σίγουρο ότι ο τρομερός Φινν δε θα μπορούσε να τον ακολουθήσει. Γύρισε στη Σκωτία και για όλη του τη ζωή κοιτούσε τρομαγμένος προς τις ακτές της Ιρλανδίας, μήπως κι ο γίγαντας Φινν αποφασίσει με δυο δρασκελιές να φτάσει στην ακτή και να τον καλέσει σε μάχη.

Κι έτσι, ο Φινν και η Ούνα ζήσαν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια και κάνανε πολλά παιδιά, άλλα γίγαντες κι άλλα ανθρώπους που αν ξέρεις που να ψάξεις θα τα αναγνωρίσεις σ’όλες τις γωνιές του κόσμου.

Το παραμύθι είναι βασισμένο σε έναν από τους θρύλους για το Giant’s Causeway στην Country Antrim της Βόρειας Ιρλανδίας.