Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Ύπνε που παίρνεις τα μωρά” (Φωκιών, Μικράς Ασίας) νανουρισμα

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
Μικρό-μικρό σου το 'δωσα
μεγάλο φέρε μου το

Μεγάλο σαν ψηλό βουνό
ίσιο σαν κυπαρίσσι
Οι κλώνοι του να φτάνουνε
σ' ανατολή και δύση

Κοιμήσου και παράγγειλα
στην Πόλη τα προικιά σου
Στη Βενετιά τα ρούχα σου
και τα χρυσαφικά σου

Νάνι, νάνι, νάνι, νάνι
το μωράκι μου να κάνει
Έλα ύπνε, πάρε μού το
και γλυκά αποκοίμισέ το

Νάνι, που το μεγάλωσαν
τρεις αδερφές και μάνα
Και πάλι δεν τους φτάνανε
πήραν και παραμάνα

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
Να μου το πας στον γκιουλ-μπαξέ
και πάλι φέρε μου το

Κοιμήσου χαϊδεμένο μου
κι εγώ σε νανουρίζω
Στην αγκαλιά μου σε κουνώ
και σε γλυκοκοιμίζω..

και σας παραθέτω και ένα βιντεάκι από άλλο ωραίο νανούρισμα



Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη….της Coca Cola…



Για κάποιον, που ίσως, δε γνωρίζει ότι η σημερινή μορφή του Άι Βασίλη προέρχεται από διαφήμιση της coca cola. Ο Άγιος Βασίλης, όπως τον γνωρίζουμε, δεν υπήρξε ποτέ. Είναι εφεύρεση της coca cola! Μπορείτε να πιστέψετε ότι ο πιο διαδεδομένος άγιος στον κόσμο είναι χορηγία μιας μεγάλης αμερικάνικης εταιρίας; Μιλάμε για το χοντρούλη και χαρούμενο γεράκο με το κόκκινο κουστούμι, το καπέλο και την κάπα, με τη μεγάλη μαύρη ζώνη και τις μπότες, τα ροδαλά μάγουλα, τα φωτεινά μάτια και τα ακόμα πιο φωτεινά λευκά δόντια. Αυτός ο καλοσυνάτος άγιος είναι το ευφυέστατο επίτευγμα μιας διαφημιστικής καμπάνιας της εταιρίας γύρω στα 1930. (Πηγή και περισσότερες λεπτομέρειες εδώ)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Άγιε μου Βασίλη, 

Είναι λίγο νωρίς για τα Χριστούγεννα, αλλά σου στέλνω αυτό το γράμμα, μπας και κάποιοι κάνουν χαρούμενα Χριστούγεννα.

Θέλω να σε ενημερώσω για κάτι που μπορεί να μην έχεις προλάβει να ενημερωθείς, γιατί ξέρω πως είσαι πολυάσχολος και τρέχεις και δε φτάνεις!

Ένα ακόμα επεισόδιο στο σήριαλ αποβιομηχάνισης και απολύσεων στην περιοχή της Θεσσαλονίκης προστίθεται αυτή τη περίοδο καθώς η Coca Cola προέβη σε νέες απολύσεις. Συγκεκριμένα, τη Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου η εταιρία ανακοίνωσε στους 33 εργοδηγούς ότι θα πρέπει είτε να βγουν σε εθελούσια έξοδο μέχρι τις 7 Οκτώβρη με την σχετική αποζημίωση  ή να χάσουν τις δουλειές τους με την νόμιμη, μικρότερη δηλαδή, αποζημίωση. Το σωματείο αντέδρασε κατευθείαν και μετά από Γενική Συνέλευση οι εργαζόμενοι αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αρχικά μία προειδοποιητική 24ωρη απεργία. Επειδή δεν υπήρξε καμία αντίδραση ή προσπάθεια ουσιαστικού διαλόγου από την επιχείρηση, οι εργαζόμενοι αποφάσισαν να συνεχίσουν με 48ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες. 

Η Coca Cola έχει μεταφέρει ήδη την παραγωγή εκτός Ελλάδας και έχει απολύσει τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες εργαζόμενους, με αποτέλεσμα οι εγκαταστάσεις στη Νέα Ραιδεστό Θεσσαλονίκης να λειτουργούν πλέον μόνο για την αποθήκευση και μεταφορά των προϊόντων. Έτσι, η Coca Cola δεν θα σταματήσει προφανώς να διαθέτει τα προϊόντα της αλλά θα αναθέσει αυτή τη λειτουργία σε εργολαβικές εταιρίες με πολύ μικρότερους μισθούς για τους εργαζόμενους. Περισσότερα, βέβαια μπορείς να δεις εδώ

Τα παιδιά των απολυμένων δε ξέρω, αν θα καταφέρουν να στείλουν γράμμα σε σένα φέτος, γιατί ζωγραφίζουν για τους απολυμένους μπαμπάδες τους να δες το βιντεάκι .

Οι απολυμένοι συνεχίζουν τον αγώνα τους

Εγώ φέτος δε θέλω δώρο, θέλω να κάνεις τα αδύνατα δυνατά να βοηθήσεις αυτά τα παιδάκια να κάνουν χαρούμενα Χριστούγεννα μαζί με τους γονείς τους και φέτος. 

Μέχρι τότε εγώ θα ακολουθώ το μήνυμα που στέλνει το Ε.Κ.Θ, θα μποϊκοτάρω τα προϊόντα της Coca Cola.


Το ξέρω πως διαβάζεις όλα τα γράμματα, και έτσι θα διαβάσεις και το δικό μου.

Με αγάπη,
ενα μεγάλο παιδάκι που πιστεύει σε σένα


Κυρία Coca Cola ο άγιος Βασίλης σας, ελπίζουμε να φέρει πίσω τις θέσεις εργασίας στους απολυμένους…


Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

ο σπόρος που ήθελε να γίνει δάσος


Ένας σπόρος κωνοφόρος, δούλευε σαν αχθοφόρος
μα ήθελε να γίνει δάσος κι όλοι έλεγαν τι θράσος

Και μια μέρα στο λιμάνι, φτάνουν δύο μουσουλμάνοι
ταξιδιώτες κουρασμένοι κι ήταν ταλαιπωρημένοι

Κι έτρεξε να τους βοηθήσει, μα δεν ήθελε μπαξίσι
και αυτό το εκτιμάνε και τον κάλεσαν να πάνε:

σ’ έναν τόπο μακρινό, για να βρουν ένα σοφό
Κι έτσι τότε και ο σπόρος, πάει μαζί τους οδοιπόρος

Κι όταν έφτασαν στο γνώστη, στο μεγάλο παντογνώστη
τότε ο σπόρος τον κοιτάει μες τα μάτια και ρωτάει

Έχω μέσα μου κρυμμένο, ένα δάσος φυλαγμένο
πες μου εσύ σοφέ το πώς, θα το φέρω εδώ στο φως

Κάνε τώρα μιαν αρχή, δώσε ρίζες μες τη γη
και  μετά τον ουρανό, φτάσε με γερό κορμό

Φτιάξε δέντρο με το δέντρο και να στάζεις μες το κέντρο
στάλα στάλα, από τη μία, τη δική σου  την ουσία

Είχε μέσα του κρυμμένο, ένα δάσος φυλαγμένο
κι έγινε μετά από χρόνια, χίλια δέντρα μες τα χιόνια

εγω έφαγα κόλλημα μ αυτό μπορεί κάποιος να ακούσει και το ηχητικό 




Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

8o Θαλασσινό Συνέδριο Bookcrossing Σκύρος 2013 Εντυπώσεις...

Αγωνία πρωτίστως αν θα πάρω άδεια…να ναι καλά τα αφεντικά, μας τις έδωσαν τις 2 μέρες. 

Αγωνία αν θα περνούσαν τα σαρμαδάκια, από τον έλεγχο! Να έχω απόσταση από τη MafaldaQ και να μου κάνει νόημα και να μου φωνάζει«Δε θα περάσουν, θα τα φάω εγώ τα σαρμαδάκια», ακούει μια κυρία και απαντά «ααα και γω έχω σαρμαδάκια, το χω ξανακάνει και μου τα πέρασαν! Όντως κατάφερα χωρίς προβλήματα, δεν ήταν το να τα φάει, ήταν το ότι είπε η cardilian, πως μόνο με τα σαρμαδάκια, θα έπαιρνα το κλειδί της μεζονέτας. Και άντε εγώ, οι άλλοι τι θα έκαναν;

 Πρώτο σοκ το αεροπλανάκι! Πρώτη φορά άκουσα σε αεροπλάνο το «καθίστε όπου βρείτε». Σε κάτι κουνήματα στη διαδρομή, εκτός που έσφιγγα το μπούτι, το χέρι της MafaldaQ ό, τι τελοσπάντων έβρισκα εκείνη την ώρα, έβγαλα και το ευαγγέλιο γιατί ήταν δύσκολες οι ώρες!!! Είχα και από την άλλη τον argram που έλεγε συνεχώς πως θα πέσουμε. Εντάξει μετά ο emil1 με ησύχασε πως είναι τα πιο ασφαλή.

Φτάσαμε..στο αεροδρόμιο Σκύρου. Μας περίμενε η cardilian και τα κορίτσια (που δε θυμάμαι τα nicknames τους αλλά θυμάμαι τη Βιβή (θεά μόνοαγάπη). Φτάσαμε στο ξενοδοχείο Maestralia ανοίγει η πόρτα και μένω με το στόμα ανοιχτό. Δεν υπήρχε λέμε, φανταστικό με όλες τις ανέσεις του και η γλυκούλα η ξενοδόχος μας είχε και ένα καλάθι με καλούδια, λες και είχε 4 «Καλέδες». Και τι δεν είχε το «σπίτι» μας, η μεζονέτα μας, μακάρι να το είχα για ένα μήνα και να ήμουν στη Σκύρο! Μια επίσης ευχάριστη έκπληξη ήταν οι τσάντες που μας περίμεναν στα δωμάτια, α επίσης μας υποδέχτηκε και ο τεχνικός για το ίντερνετ αχχ ο Πέτρος (έχασες tasa :P) Ένα έχω να πω, εκτός των όλων υπέροχων πραγματακίων της goody bag μου, γέλασααα πάρα πολύ γιατί ένα από τα βιβλία μου ήταν «ο καλός Δήμαρχος».
Πρώτο μπάνιο καλοκαιριού στη Σκύρο, στο Μώλο… Έχω και μια ωραία φωτό στην βάρκα της «Κοκκαλένιας»..πωωω να είσαι για μπάνιο στη θάλασσα και να βλέπεις τη Χώρα της Σκύρου, μια εικόνα που θα ανακαλώ στο μυαλό μου, ακόμα και το χειμώνα…Και μετά τσιμπολόγημα στο ταβερνείο τα λόγια του μπάρμπα ή κάτι τέτοιο… ούζοο αυτά είναι μικρές χαρές στη ζωή…
Μετά ήρθαν και οι γειτόνοι στα Μαεστράλια, φάτσες αγαπημένες, που δυστυχώς μόνο στα συνέδρια έχω την ευκαιρία να δω…απίστευτα γέλια, αγριοφωνάρες και πλάκες. Και βραδιάτικα και μεσημεριάτικα, ήταν πραγματικά πενταήμερη…και κάποιοι πήγαμε και βάλαμε τις καρέκλες του κήπου, στην πόρτα των διπλανών, γιατί μας είπαν « ααα να βάλετε τις καρέκλες μας στη θέση τους» ε και μεις τις βάλαμε στην ….πόρτα τους χαχαχα…Δε θα ξεχάσω και τον κυριούλη που περνούσε κάθε απόγευμα με το γαϊδαράκο του και μας καλησπέριζε…
Πάρτυ υποδοχής, Κάβος!!! Ουάουυυυ!!! Τι μαγαζί, τι τοποθεσία!!! πρόσωπα χαμογελαστά, αγκαλιές, φιλιά, συναντήσεις ατόμων συμπαικτών από τη Skyropoly γέλια, ααα θυμάσαι, ααα θυμάμαιιι! Μετά ο μπουφές Παναγία μου έσκασα στο φαι, γιατί ήθελα να τα δοκιμάσωω όλααα. Έτσι και έκανα…
Μετά τι να πρωτοπεριγράψω, τα Πουριά, την ευκαιρία να δούμε τα σκυριανά αλογάκια από κοντά, που τα καημένα μεσα στην κάψα μας έκαναν και επίδειξη; Την Ατσίτσαααα που πέσαμε στο καφέ εκεί σα να ήμασταν στην έρημο…και αδειάσαμε τα ψυγεία, την ενδιαφέρουσα παρουσίαση της βιβλιοδεσίας…το πανέμορφο τοπίο, (μετάνοιωσα που δεν πήρα το μαγιό μου για μια βουτιά) , το φαϊ στον Αγιο Πέτρο, το κατσίκι ρε φίλε, το χορό, το τραγούδι της κ. Καλής (που πραγματικά συγκινήθηκα μου φύγαν λίγο τα ζουμιά).
Καλά στο θεατρικό «Ασε κάτω το βιβλίο», μπράβο σε όλους, γιατί ήταν πραγματικά μια κατάθεση ψυχής από όλους, εγώ γέλασα πολύ πάντως! Όλοι άψογοι μα μια αδυναμία είχα στο Βαγγέλη. Καλά εμείς στις κερκίδες, το κάψαμε…
Περπάτημα στη Χώρα, όλοι χαμογελαστοί και καταδεκτικοί, ενδιαφέρουσα η παρουσίαση για το Σκυριανό σπίτι, καθώς και το ίδιο αυτοπροσώπως. Μουσείο Φαλτάιτς, είχα την τιμή να μιλήσω με την κ. Αναστασία Φαλτάιτς, γιατί πήρα ένα βιβλιαράκι, που αναφέρει για το πώς πέθανε ο παππούς της από την πείνα, στα χρόνια της Κατοχής. Μου το υπέγραψε και βγήκα και φωτο μαζί της. ΠΑΓΩΤΟ ΦΑΛΤΑΪΝΑΣΣΣΣΣ  ευχαριστούμε για την ευγενική χορηγία για το παγωτάκι. Beach bar rulezzz, είχαμε δεν είχαμε ανάψαμε τα αίματα στο μαγαζί! Ε ρε γλέντια!!! Πλατεία Μπρουκ εκδήλωση με τις συγγραφείς…παρόλο που υπήρχαν κάποιες αναποδιές, εγω πέρασα ωραία, ήταν ένα γλυκό απόγευμα, φυσικά αφού έκλεισε με τις τηγανίτες του karjim. Εδώ θέλω να πω πως χάρηκα τις συγγραφείς με τους συνοδούς τους, που μας ακολουθούσαν παντού και δεν ήταν αφ’υψηλού. Μετά Οινώ τρελό κέφιιιιι, τι χορός, Παναγία μου έσταζα από ιδρώτα λέμε…αυτά είναι, άλλωστε υπάρχουν και οι φωτό που το αποδεικνύουν. (Προσοχή, δεν έχουν ακριβή ημερολογιακή αλληλουχία, αλλά τα γράφω όπως μου έχουν καταγραφεί στο μυαλό).

Μπορεί να είναι και άλλα που θα ήθελα να γράψω, αλλά δε μου έρχονται αυτή τη στιγμή…σίγουρα όμως είναι καταγεγραμμένα στο μυαλό μου.

Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι που δεν ήταν στο συνέδριο μου έλειψαν…αλλά δεν πειράζει και εις άλλα με υγεία.


Κάθε συνέδριο έχει τη δική του χάρη….για μένα αυτό το Συνέδριο είχε όλες τις χάρες μαζεμένες ρε παιδί μου. Ευχαριστώ όλη την οργανωτική επιτροπή, άξιοιιιιι, καλή ξεκούραση και ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΩΩ  ΓΙΑ ΟΛΑ…

Σαφώς θα ήθελα να ήταν και παραπάνω μέρες το συνέδριο, αλλά ήταν τόσο γεμάτες οι μέρες που πραγματικά ήταν πάρα πολύ όμορφα.

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

«Ο ήρωας στα παραμύθια δεν αποδέχεται τη μοίρα του, παλεύει πάντα για το καλύτερο»

«Τα μουσεία είναι υπέροχοι χώροι για να ξετυλίξεις το κουβάρι της μνήμης» – Συνέντευξη με τηνΑνθή Θάνου, Αφηγήτρια Παραμυθιών.
Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς
kat_nikpap@yahoo.gr
Η Ανθή Θάνου γεννήθηκε στη Λαμία. Σπούδασε Νηπιαγωγός στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1999 δημιουργεί την ομάδα «Τρισεύγενοι» και εισέρχεται στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών και της αφήγησης. Είναι μέλος του Πανελλήνιου Ομίλου Φίλων Αφήγησης (Π.Ο.Φ.Α.) και του Κέντρου Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών. Από το 2002 αφηγείται επαγγελματικά σε συνεργασία πάντα με τον Παναγιώτη Κούλελη, αυτοδίδακτο μουσικό, που τη συντροφεύει στην ζωή και στα παραμύθια. Οι δύο τους συνεργάστηκαν και αφηγήθηκαν παραμύθια σε μουσεία (από το 2009 συνεργάζονται με το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, καθώς και με το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, υλοποιώντας προγράμματα αφήγησης για παιδιά και ενήλικες με αφορμή εκθέματα από τις μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις τους), σε θέατρα, μουσικές σκηνές, πολιτιστικά κέντρα, φυλακές, βιβλιοθήκες (Έβρου, Ξάνθης και Βέροιας), σε φεστιβάλ στην Ελλάδα (Γιορτή Παραμυθιού στην Κέα, Φεστιβάλ Αφήγησης Ολύμπου, Αθηνών, Κοζάνης, κ.α) και στο εξωτερικό (Φεστιβάλ της Uzege στη Γαλλία και στο Όσλο). Συμμετείχαν σε πανεπιστημιακά συνέδρια με αφηγήσεις και σεμινάρια στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Η Ανθή και ο Παναγιώτης ταξιδεύουν, αφηγούνται, συλλέγουν παραμύθια και διοργανώνουν βιωματικά εργαστήρια για την τέχνη της αφήγησης, προσπαθώντας να επικοινωνήσουν την τέχνη τους και να μοιραστούν ιστορίες με άλλους. Τον Σεπτέμβριο του 2007 κυκλοφόρησε από τις μουσικές εκδόσεις «POLYTROPON» το βιβλίο τους CD «Ούτε ’γω ήμουνα εκεί, ούτε σεις να το πιστέψετε».

Κυρία Θάνου, εδώ και πολλά χρόνια αφηγείστε μύθους και παραμύθια τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Να υποθέσω ότι ως παιδί ακούσατε πολλές ιστορίες;
Ο παππούς ήξερε κάμποσα παραμύθια και συνήθιζε να μας αφηγείται κάθε βράδυ· η γιαγιά ήξερε λιγότερα αλλά κι εκείνη, όταν δεν είχε δουλειές, μας μάζευε τριγύρω της· η μάνα μου ακόμα και σήμερα μας λέει· ο πατέρας μου ήθελε να μάθουμε την ιστορία του τόπου μας και έλεγε βιωματικές ιστορίες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο… Νομίζω πως ποτέ δεν σταμάτησα να ακούω παραμύθια και ιστορίες. Μεγάλωσα μαζί τους και ένιωσα την ανάγκη κι εγώ με τη σειρά μου να μεταφέρω σε άλλους τα ακούσματα, να μοιραστώ τις μνήμες των παλιών!

Ένα παιδί που δεν άκουσε ποτέ να του αφηγούνται παραμύθια μπορεί ως ενήλικας να παρακολουθήσει μια εκδήλωση αφήγησης και να σαγηνευτεί;
Γιατί όχι! Τα παραμύθια ακουμπούν την καρδιά μας, αρκεί να είμαστε ανοιχτοί να τα δεχτούμε, να τα ακούσουμε και να τα αφουγκραστούμε. Από την εμπειρία μου οι άνθρωποι αυτοί είναι στερημένοι και απολαμβάνουν περισσότερο τη διαδικασία της αφήγησης, νιώθουν διψασμένοι και σκύβουν γρήγορα στην πηγή που είναι το παραμύθι για να το ρουφήξουν, να το γευτούν, να μην χάσουν ούτε μια σταγόνα!

Τι είναι πιο δύσκολο για έναν αφηγητή: να εξιστορήσει μύθους ή παραμύθια; Υπάρχουν μεταξύ τους διαφορές;
Ένας έμπειρος αφηγητής ξέρει να «ζυμώνει» το υλικό και να το κάνει δικό του. Κανόνας για μένα είναι να του αρέσει πολύ αυτό που θέλει να πει, να νιώθει ότι είναι σπουδαίο να το μοιραστεί με τους άλλους.  Σαφώς και υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους μύθους και στα παραμύθια· λένε ότι το παραμύθι είναι το παραπαίδι του μύθου.

Είναι θεμιτό ο αφηγητής να εμπλέκει ή να συνδυάζει ιστορίες με διαφορετικές αφετηρίες;
Ψάχνοντας τις παραλλαγές των παραμυθιών, διαπιστώνει κανείς ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Πολλές φορές επεισόδια παραμυθιών επαναλαμβάνονται σε διαφορετικά παραμύθια ή το ξεκίνημα ενός παραμυθιού είναι κοινός τόπος σε πάμπολλες ιστορίες, όπως για παράδειγμα η άτεκνη μητέρα που παρακαλά να έχει ένα παιδί και ας είναι και δαφνοκούκουτσο ή βερικοκάκι ή κάτι άλλο. Επίσης, επεισόδια κοινά βρίσκονται μέσα σε πολλά παραμύθια όπως αυτό της κοπέλας που είναι στο δέντρο και του παλικαριού (ή κάποιου άλλου) που την παρακαλά να κατέβει. Οι κατάλογοι με τους παραμυθιακούς τύπους μας βοηθούν να φτιάξουμε τις δικές μας παραλλαγές χωρίς όμως να αλλοιώσουμε τη δομή του παραμυθιού.

Πώς μπορεί ο αφηγητής να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού του; Αληθεύει ότι το ακροατήριο καθορίζει και το μάκρος μιας ιστορίας;
Το κοινό πάντα καθόριζε και καθορίζει τη διάρκεια της αφήγησης. Ο παραμυθάς/η παραμυθού έχει στο σακούλι του κάμποσα παραμύθια και ανάλογα με το ακροατήριό του διαλέγει τι θα πει για να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον. Η διαδικασία της αφήγησης είναι επικοινωνία. Αν ο αφηγητής δεν μπορέσει -για διάφορους λόγους- να επικοινωνήσει με το κοινό του, κατά τη γνώμη μου πρέπει να σωπάσει.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται ξενόφερτες συνήθειες στον τρόπο αφήγησης. Θα συμβουλεύατε τους νέους αφηγητές να υιοθετήσουν ή όχι τα εισαγόμενα αυτά πρότυπα;
Κάθε αφηγητής έχει τον δικό του ξεχωριστό τρόπο να αφηγείται και να μαγεύει το κοινό του. Με το να προσπαθείς να μιμηθείς κάποιον ή να υιοθετήσεις τεχνικές που δεν σου ταιριάζουν, το μόνο που καταφέρνεις είναι να γίνεις γελοίος. Σίγουρα επηρεαζόμαστε από κάποιους που θαυμάζουμε και μας αρέσουν πολύ. Τα στοιχεία όμως που θα πάρουμε από τον τρόπο της αφήγησης, θα πρέπει να τα προσαρμόσουμε στα δικά μας δεδομένα. Από κάθε αφηγητή έχεις να πάρεις και κάτι, ακόμα και από αυτούς που απλά συνομιλούν στο λεωφορείο. Θα πρότεινα λοιπόν: αφουγκραστείτε, παρατηρείστε, ονειρευτείτε…

Πολλοί παραμυθάδες, ανάμεσά τους κι εσείς, έχετε συνεργαστεί τα τελευταία χρόνια και με μουσεία. Τι συντέλεσε, ώστε η αφήγηση να υιοθετηθεί και να γενικευτεί μέσα στους μουσειακούς χώρους;
Τα παραμύθια είναι ιστορίες μνήμης, τα μουσεία είναι χώροι μνήμης και σύνδεσης με το παρελθόν. Κάθε αντικείμενο που βρίσκεται σε ένα μουσείο κουβαλάει μια ιστορία. Επομένως, ο παραμυθάς/η παραμυθού ξετυλίγει το κουβάρι αυτό της μνήμης, παρουσιάζει το αντικείμενο με έναν άλλο τρόπο, που μπορεί να είναι η καθημερινή του χρήση στο παρελθόν, η αναγκαιότητά του αλλά και μια άλλη διάσταση που μπορεί να έχει μια απόχρωση μαγική, έναν περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα. Μέσα από τον μύθο το παρελθόν συνδέεται με το παρόν, μέσα από το παραμύθι γνωρίζουμε καλύτερα την εξέλιξη της ανθρώπινης ύπαρξης, την πορεία της στον χρόνο και στον χώρο.



Είναι, κατά τη γνώμη σας, τα μουσεία χώροι κατάλληλοι για τέτοιου είδους εκδηλώσεις; Μπορεί ο χώρος να υπαγορεύσει ή όχι τη θεματολογία σας;
Τα μουσεία είναι υπέροχοι χώροι για να ξετυλίξεις το κουβάρι της μνήμης! Κάθε φορά που τελειώνω μια αφήγηση σε ένα μουσείο, είμαι πραγματικά πολύ συγκινημένη. Η θεματολογία είναι συνήθως εμπνευσμένη από τον χώρο του μουσείου και αυτό είναι η μαγεία. Πριν καν αποφασίσω τι θα αφηγηθώ, επισκέπτομαι το μουσείο και γυρίζω στις αίθουσες με τα εκθέματα. Στέκομαι σε κάποια από αυτά και αφουγκράζομαι τα μυστικά τους, τις ιστορίες τους, το παράπονό τους, τον καημό τους. Φαντάζομαι βασιλοπούλες να φορούν τζοβαΐρια, χωριατοπούλες να γνέθουν με τη ρόκα και το αδράχτι, πύργους χτισμένους με δάκρυα, μυλωνάδες που αλέθουν στάρι μα και παραμύθια!

Είναι σωστό ένας αφηγητής να αποφεύγει κάποια παραμύθια; Πρέπει πάντοτε να επιλέγει μόνο ιστορίες που μεταφέρουν ένα αισιόδοξο μήνυμα για τη ζωή;
Καλό είναι ένας αφηγητής να έχει ένα πλούσιο ρεπερτόριο με διαφορετικά είδη παραμυθιών και ιστοριών. Το τι όμως θα επιλέξει κάθε φορά να αφηγηθεί εξαρτάται από το κοινό του. Αν απευθύνεται σε παιδιά, θα ήταν καλό το παραμύθι να έχει αίσιο τέλος, για να καλλιεργήσει την αισιοδοξία. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ο καθένας θα πάρει από το παραμύθι αυτό που έχει ανάγκη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή· τα παραμύθια δεν πληγώνουν, αντίθετα μας δυναμώνουν, μας ωριμάζουν, μας κάνουν αυτόνομους. Πρόβα ζωής είναι το παραμύθι… και μάλιστα με μεγάλη ασφάλεια, αφού όλα όσα λέγονται, συνέβησαν μια φορά κι έναν καιρό…

Ο γνωστός Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είπε κάποτε πως «η διαφορά ανάμεσα στο ψέμα και το παραμύθι είναι ότι το ψέμα σε βοηθά να υπεκφεύγεις τις δυσκολίες της ζωής, ενώ το παραμύθι να τις αντιμετωπίζεις». Συμφωνείτε;
Απόλυτα!!! 
Τα παραμύθια δεν είναι ψέματα, είναι αλήθειες που λέγονται με έναν μη πραγματικό τρόπο. Ο ήρωας περνά δοκιμασίες, δεν του χαρίζεται τίποτα. Πρέπει να  λύσει τους γρίφους, να ξεπεράσει τα εμπόδια για να συνεχίσει και ο δρόμος δεν είναι ποτέ εύκολος· πρέπει πάντα να επιλέγει, γιατί… «αν το πάρεις, θα το μετανιώσεις· κι αν δεν το πάρεις, πάλι θα το μετανιώσεις». Ο ήρωας στα παραμύθια δεν αποδέχεται τη μοίρα του, παλεύει πάντα για το καλύτερο, παλεύει για την αυτονομία του και την εσωτερική γαλήνη, παλεύει να γίνει «βασιλιάς» του εαυτού του, να εξουσιάζει τα ζωώδη και άγρια ένστικτά του.

Κλείνοντας, θα σας θυμίσω τα λόγια του Χαραντί, ενός Άραβα Αφηγητή, που είπε πως «τα παραμύθια δεν φτιάχτηκαν για να αποκοιμίζουν τα παιδιά, αλλά για να αφυπνίζουν τους μεγάλους». Αλήθεια, και οι μεγάλοι έχουν ανάγκη το παραμύθι;
Στις μέρες μας ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τα παραμύθια παλιά λέγονταν σε συντροφιές ενηλίκων και όχι σε παιδιά. Τα παιδιά άκουγαν λαθραία! Το παραμύθι ήταν τρόπος ψυχαγωγίας αλλά και παρηγοριάς. Αυτή λοιπόν την παραμυθία-παρηγοριά, έχουμε κι εμείς σήμερα ανάγκη, περισσότερο από ποτέ, στους δύσκολους καιρούς που βιώνουμε… Είναι ωραίο να μιλάς για τους φόβους, τις δυσκολίες της ζωής, τον έρωτα και την αγάπη και να επικοινωνείς με τους άλλους. Αρχή λοιπόν του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Το λιοντάρι, η αλεπού, η μύγα και ο γεωργός



Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας γεωργός, ο γεωργός αυτός ήταν πολύ δυνατός, εκεί που όργωνε το χωράφι του, τον πλησιάζει το λιοντάρι και του λέει: «ε Γεωργέ, θες να παλέψουμε;» Ο γεωργός του λέει: «Αι φύγε ρε από δω», «έλα να παλέψουμε» λέει το λιοντάρι. Τότε  λέει ο γεωργός: «και άντε και παλεύουμε, αν νικήσεις, εσυ θα με φας, εγώ αν σε νικήσω, τι θα κερδίσω;» «θα κάτσω να με δείρεις», λέει το λιοντάρι. Τότε, έστρεξε ο γεωργός. «Πάρε και αυτήν» έλεγε το λιοντάρι, «Πάρε και την άλλη έλεγε ο γεωργός. Τελικά νίκησε ο γεωργός. Και έφαγε τέτοιο ξύλο το λιοντάρι, που με κλάματα, ανέβηκε στο βουνό και έκλαιγε.

Συνέχισε να οργώνει ο γεωργός.

Εκεί που έκλαιγε το λιοντάρι, περνάει η αλεπού και του λέει «Τι έπαθες καλέ και κλαις;» «Να προσκάλεσα σε πάλη τον γεωργό και με σάπισε στο ξύλο» «ααα λέει η αλεπού θα πάω και γω» «Που θα πας, εδώ δε τον νίκησα εγώ που είμαι λιοντάρι». Μια και δυο, πάει η αλεπού.

«Ε γεωργέ είσαι να παλέψουμε;» «Αι φύγε και συ από δω» «έλα έλα να παλέψουμε, και αν με νικήσεις θα με γδάρεις μια λωρίδα, από το κεφάλι ως την ουρά» «Αι καλά», έστρεξε και πάλι ο γεωργός. «Πάρε και αυτήν» έλεγε η αλεπού, «Πάρε και την άλλη έλεγε ο γεωργός. Τελικά νίκησε ο γεωργός. Της έγδαρε μια λωρίδα από το κεφάλι ως την ουρά. Πήγε και αυτή κλαίγοντας, δίπλα στο λιοντάρι.

Συνέχισε να οργώνει ο γεωργός.

Να σου εκείνη τη στιγμή περνά μια μύγα, τους βλέπει και τους δυο να κλαιν και τους ρωτά: «τι πάθατε καλέ;» «να είπαμε στο γεωργό να παλέψουμε και μένα με σακάτεψε στο ξύλο» λέει το λιοντάρι «και μένα με έγδαρε ο άτιμος μια λωρίδα, από το κεφάλι ως την ουρά». «ααα και γω θα πάω» «χαχαχα» γέλασαν μέσα στον πόνο τους το λιοντάρι και η αλεπού.

Δε χάνει στιγμή η μύγα πάει και χώνεται στα ρουθούνια των βοδιών και ξάφνου σταματούν τα βόδια να κινούνται. «αααα τι άλλο θα μου συμβεί σήμερα» λέει ο γεωργός. Κάνει μια χραπ και πιάνει τη μύγα και της μπήγει ένα αγκάθι από μια γκορτσιά στον κώλο. Φεύγει και εκείνη κλαίγοντας, πάει δίπλα στο λιοντάρι και την αλεπού. Έκλαιγαν όλοι μαζί τώρα.

Έτσι που ήταν ψηλά στο βουνό, έβλεπαν κάτω στο χωράφι του γεωργού. Εμφανίστηκε κάποια στιγμή η γυναίκα του, που του πήγε φαι. «Ααα για δείτε το θεριό, τι απαίσιος που είναι τη χτυπάει τη γυναίκα του» λέει το λιοντάρι, σηκώνεται η αλεπού και λέει «άντε καλέ δε τη χτυπάει, νανανα τη γδέρνει» και λέει με δάκρυα στα μάτια η μύγα «δε βλέπετε καλά, ούτε τη χτυπάει, ούτε τη γδέρνει αλλά της χώνει ένα καρφί στον κώλο».

Πηγή: Ανθή Θάνου

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

καλή Άνοιξη! πως γεννήθηκε ο Μάρτης....




O Μάρτης γεννήθηκε μια μέρα δροσερή στη χώρα του παππού του του Χρόνου, μια χώρα παραμυθένια κι αέρινη, που απλώνεται πάνω από τον αιθέρα και τυλίγει γύρω γύρω τη γη.

Μητέρα του ήταν η Άνοιξη και πατέρας του ήταν το Κρύο.

Του Μάρτη οι γονείς, ωστόσο, μόλις ήρθε ο γιος τους στον κόσμο, αποφάσισαν να χωρίσουν. 

Άλλαξε, λοιπόν, σπίτι το Κρύο και δε ζούσε πια με την Άνοιξη... 
Το έλεγα στη θυγατέρα μου εγώ, κουβέντιαζε ο Χρόνος με τ' άλλα του τα παιδιά. Της το έλεγα πως με το Κρύο δε θα ταιριάσει, αλλά εκείνη δε μ' άκουγε... 
Το βρίσκω κι εγώ πολύ φυσικό που δεν τα πήγαν καλά, συμφωνούσε με τον πατέρα του το Καλοκαίρι. Μάλωναν όλη την ώρα οι δυο τους. Η Άνοιξη φούντωνε και το Κρύο δεν υποχωρούσε καθόλου! Ε, ας υποχωρούσε λίγο η αδερφή μας, έλεγε τη γνώμη του και το Φθινόπωρο. Ας έριχνε λίγο νερό στο κρασί της... 

Η Άνοιξη δεν έχει πολύ νερό, ούτε δικό της κρασί σαν του λόγου σου, έπαιρνε το μέρος της ο Χειμώνας. Παρόλο που το Κρύο είναι φίλος μου, εγώ νομίζω πως δεν της ταίριαζε διόλου. Κρύο και Άνοιξη πού ξανακούστηκε; Σωστά τ' αποφάσισαν να χωρίσουν...

Σωστά ή λάθος, ο Μάρτης βρέθηκε ξαφνικά με δυο σπίτια. 
Έτσι, πότε ήθελε να μένει με τον πατέρα και πότε με τη μητέρα του. 
Θεότρελος τούτος ο μήνας! θύμωναν οι θείοι μαζί του. Ας διαλέξει επιτέλους: Κρύο ή Άνοιξη. 

Ο παππούς Χρόνος, ωστόσο, δε θύμωνε διόλου. Ήξερε γιατί γίνονταν τούτες οι τρέλες. Κι ήταν σίγουρος πως μια μέρα το εγγόνι του θ' αποφάσιζε ποιο είναι το σπιτικό του. 

Ως ν' αποφασίσει ο Μάρτης, τη μια μέρα.

Πάω να δω τον πατέρα μου! 
Και τότε το Κρύο τον έσφιγγε στην αγκαλιά του και του έστρωνε χιόνι να κοιμηθεί. 

Ο Μάρτης δεν αγαπούσε και τόσο το χιόνι. Έτσι, την άλλη μέρα μετάνιωνε. 
Θέλω να πάω στη μάνα μου, έλεγε. 
Και τότε η Άνοιξη έστρωνε στο σπίτι της χαλί καταπράσινο, για να παίζει ο γιος της. Θεοπάλαβος τούτος ο μήνας! απορούσαν οι συγγενείς. Πολύ άστατος, μα την αλήθεια! 

Ο παππούς Χρόνος, ωστόσο, δεν απορούσε καθόλου.  
Καταλάβαινε τι έφταιγε για τις παλαβομάρες του Μάρτη. Και ήταν βέβαιος ότι στο τέλος ο εγγονός του θ' αποφάσιζε πού θα μείνει.

Ο Μάρτης δεν αργούσε να βαρεθεί το παιχνίδι στο πράσινο χαλί της μαμάς του. Και σε λίγο άλλαζε πάλι γνώμη. 

Θέλω να δω τον μπαμπά μου, έβαζε τα κλάματα. Και τότε το σπίτι της Άνοιξης γινόταν από τα δάκρυα μούσκεμα. 

Γύριζε, λοιπόν, ο Μάρτης στο Κρύο, μα σύντομα ξαναμετάνιωνε. 

Τώρα πεθύμησα τη μαμά μου, έλεγε. 

Ροβολούσε, λοιπόν, μ' όλη του τη δύναμη στο σπίτι της Άνοιξης κι εκείνη του έδινε ένα ζεστό φιλί στο ιδρωμένο του κούτελο. 

Θεόμουρλος τούτος ο μήνας! παραξενευόταν σόι. Μια μας τα κάνει μούσκεμα και μια μας ιδρώνει. 

Ο παππούς Χρόνος, ωστόσο, δεν παραξενευόταν καθόλου. 
Μάντευε την αιτία για τις μούρλιες του Μάρτη και δεν είχε αμφιβολία πως κάποτε ο εγγονός του θ' αποφάσιζε ποιο είναι το μόνιμο σπίτι του. 

Ώσπου ένα πρωί, από κείνα που ο Μάρτης ήταν τον πατέρα του, το Κρύο του λέει: 
Ξέρεις, παιδί μου, εγώ αποφάσισα να ξαναπαντρευτώ. Θα πάρω γυναίκα μου τη Χιονοθύελλα, που μου ταιριάζει. Και θα πάμε ταξίδι σε κρύα μέρη, θα στριφογυρίσουμε σ' όλο τον κόσμο. Θέλεις να έρθεις κι εσύ μαζί μας; 

Ο Μάρτης είπε «ναι» στην αρχή, γιατί του άρεσαν τα πήγαιν' έλα. 

Σαν πέρασαν, ωστόσο, τρεις μέρες κι ύστερα ακόμη τρεις, κουράστηκε από το ταξίδι κι αποφάσισε να γυρίσει στη μάνα του. 

Άφησε, λοιπόν το Κρύο και τη Χιονοθύελλα και ξεκίνησε για το σπίτι της Άνοιξης. 

Στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε τον κυρ Ήλιο, φίλο καλό του παππού του του Χρόνου. 

Γεια σου, λεβέντη! του φώναξε ο Ήλιος. Μεγάλωσες πολύ, βλέπω! 

Έκλεισα κιόλας είκοσι ένα μερόνυχτα! του αποκρίθηκε με καμάρι ο Μάρτης.

Ε, αφού έκλεισες τα είκοσι ένα, κοντεύεις να γίνεις ολόκληρος μήνας πια.

Σε λίγο θα μπορείς να στήσεις το δικό σου το σπιτικό. 

Ναι... θα μπορώ... σάστισε ο Μάρτης, που αυτό δεν το είχε ποτέ του σκεφτεί. 

Με την ευχή μου, λοιπόν, παλικάρι μου, του χάιδεψε ο Ήλιος το μέτωπο και συνέχισε το δρόμο του στον ουρανό. 

Ο Μάρτης, ταραγμένος ακόμη από τούτα τα λόγια, κάθισε να ξεκουραστεί στη σκιά που απλώθηκε μόλις έφυγε ο 'Ήλιος. 

Τότε, ξάφνου, ήρθε και κάθισε δίπλα του μια κοπέλα. 

Πώς σε λένε; ρώτησε ο Μάρτης. 

Δροσούλα, του αποκρίθηκε κείνη. 

Και πού πηγαίνεις; 

Έφυγα από τον πατέρα μου το Ξεροβόρι και πάω στην Αύρα τη μάνα μου... 

Δε μένουν μαζί ο πατέρας και η μητέρα σου; ρώτησε ο Μάρτης. 

Όχι πια, είπε η Δροσούλα. Δεν ταίριαζαν και πολύ και ζουν τώρα χώρια.

Κατάλαβα, μουρμούρισε κείνος. Τα ίδια κι εσύ... Θέλεις να κάνουμε παρέα οι δυο μας; Εμείς θαρρώ πως ταιριάζουμε. 

Θέλω, χαμογέλασε η Δροσούλα. Τώρα όμως είμαι πολύ βιαστική. Θα τα πούμε άλλη φορά. 

Και ξεκίνησε να πάει στη μάνα της. 

Πήρε πάλι κι ο Μάρτης το δρόμο του κι αφού περπάτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, αντάμωσε άξαφνα το Γαλανό Ουρανό. 

Ε, παλικάρι! του φώναξε κείνος. Μήπως του λόγου σου είσαι ο γιος της πεντάμορφης Άνοιξης! 

Εγώ είμαι! του αποκρίθηκε ο Μάρτης καμαρωτά. 

Καλά το κατάλαβα, γέλασε ο Γαλανός Ουρανός. Της μοιάζεις πολύ. Τι γίνεται, αλήθεια, η μητέρα σου; Είναι πάντοτε όμορφα τα γαλάζια της μάτια; 

Πάντα! ξανάπε με καμάρι ο Μάρτης. 

Λαμπρά! άστραψε από χαρά ο Γαλανός Ουρανός. 

Κι ευθύς έκοψε από τη γαλανή φορεσιά του ένα κομμάτι, το έκανε χωνάκι, κόλλησε μια ηλιαχτίδα για μίσχο και το έβαλε στο χέρι του Μάρτη. 

Δώσε αυτό το γαλάζιο κρινάκι από μέρους μου στη μητέρα σου, τον παρακάλεσε.
Της στέλνω με δαύτο ένα μήνυμα! 

Έτσι ο Μάρτης, κρατώντας το παράξενο λουλούδι, περπάτησε άλλη μια μέρα κι άλλη μια νύχτα κι έφτασε, επιτέλους, στο σπίτι της Άνοιξης. 

Το και το, της λέει. Αυτό το κρινάκι σου το στέλνει ο Γαλανός Ουρανός! Η Άνοιξη θαμπώθηκε από την ομορφιά του λουλουδιού. Το μύρισε, και κείνο ζωντάνεψε και της μίλησε με ουράνια φωνή: 
Γεια σου, τρισχαριτωμένη μας Άνοιξη! Ο κύριος μου θέλει να ζήσει μαζί σου. Δέχεσαι να γίνεις γυναίκα του; 

Η Άνοιξη έφεξε ολόκληρη με τούτα τα λόγια και είπε: Ας γίνει το θέλημα του Γαλανού Ουρανού! 

Ο Μάρτης, σαν είδε τα γαλάζια μάτια της μάνας του ν' αστράφτουν από χαρά, συλλογίστηκε πως καλά έκανε και της έφερε το λουλούδι.  

Καλά θα ήταν, αν παίρνε για δεύτερο άντρα της το Γαλανό Ουρανό. Σίγουρα οι δυο τους θα ταίριαζαν. 

Τώρα θα μείνεις για πάντα στο σπίτι μας, τον αγκάλιασε η Άνοιξη. Ο πατριός σου είμαι σίγουρη ότι θα σ' αγαπάει πολύ. 

Ο Μάρτης, ωστόσο, που είχε από μέρες κλείσει είκοσι ένα μερόνυχτα και κόντευε να γίνει ολόκληρος μήνας, είχε άλλο σχέδιο στο μυαλό του. 
Από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε να χτίζει ένα σπίτι δικό του, γιατί λογάριαζε να πάρει τη Δροσούλα γυναίκα του. 

Το σπίτι του Μάρτη γινόταν όμορφο, γερό και μεγάλο.  

Στο τέλος, αφού έχτισε όλες τις κάμαρες, από τη μια πλευρά του σπιτιού έφτιαξε κι ένα δωμάτιο από πάγο, κι από την άλλη πρόσθεσε κι ένα δωμάτιο από ηλιαχτίδες. 

Δεν ξέρει πια τι του γίνεται τούτος ο μήνας! αγανάχτησαν οι συγγενείς κι οι γνωστοί. Απ' τη μια όλο κρύο κι απ' την άλλη όλο ζέστη... 

Ο παππούς του ο Χρόνος, όμως, διόλου δεν αγανάχτησε. Ήξερε πως ο τρίτος του εγγονός έχτισε έτσι το σπίτι του, για να έχει θέση και για τους γονείς του!  
Γιατί τώρα που θα παντρευόταν με τη Δροσούλα, δε θα πήγαινε πια ο Μάρτης πότε στο Κρύο και πότε στην Άνοιξη. Θα πήγαιναν κάθε τόσο εκείνοι να δουν τι γίνεται το παιδί τους. 

Κι ας έλεγε όλος ο κόσμος: 
Θεότρελος τούτος ο μήνας... Θεοπάλαβος και θεόμουρλος... 
Του Μάρτη δεν του έκανε πια ούτε κρύο ούτε ζέστη.]

(Ιστορίες με τους 12 μήνες  Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου εγώ τη βρήκα εδώ )

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Ο κυρ Σιμιγδαλένιος



Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε μια θυγατέρα. Την γυρέψανε πολλοί για γυναίκα, αλλά εκείνη δεν ήθελε κανένα, γιατί κανένας δεν της άρεζε. Έβαλε λοιπόν στο νου της να φτιάσει μοναχή της έναν άνδρα.

Πήρε τρία κιλά αμύγδαλα, τρία κιλά ζάχαρη και τρία κιλά σιμιγδάλι, κοπάνισε τα αμύγδαλα και τα ζύμωσε όλα μαζί, ζάχαρη, μύγδαλα, και σιμιγδάλι και πιάνει και φκιάνει έναν άντρα και τον σταίνει μπροστά στον Άγιο του σπιτιού. Και αρχίζει τις μετάνοιες. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες παρακαλούσε το Θεό και απάνω στις σαράντα μέρες τον ανέστησε ο Θεός και τον είπαν τ'όνομα του κυρ Σιμιγδάλη και κυρ Σιμιγδαλένιο. 

Ήταν πεντάμορφος και το όνομά του ακούστηκε σε όλο τον κόσμο. Τον κυρ Σιμιγδάλη τον έμαθε και μια βασίλισσα από αλαργινό βασίλειο και θέλησε να πάει να τον πάρει. Φτιάνει λοιπόν μαλαματένιο κάτεργο με μαλαματένια κουπιάκαι πάει εκεί που ήταν ο κυρ Σιμιγδαλένιος. Άμα έφτασεν εκεί, λέει στους ναύτες:
Όποιος ξεχωρίζει στην ομορφιά να τον αρπάξετε και να μου τον φέρετε στο κάτεργο. 
Όταν έμαθε ο κόσμος πως ήρθε μαλαματένιο κάτεργο, πήγαν όλοι να το δουν, πήγε και ο κυρ Σιμιγδαλένιος. Σαν τον είδαν οι ναύτες, αμέσως τον εγνώρισαν και μονομιάς τον αρπάζουν και μέσα στο κάτεργο!

Καρτερεί το βράδυ η βασιλοπούλα να πάει ο κυρ Σιμιγδαλένιος, καρτερεί..τίποτα! Ρωτάει τον ένα, ρωτάει τον άλλο, μαθαίνει πως τον άρπαξε μια βασίλισσα και έφυγε. Τι να γίνει, τι να κάνει;

Πάει και φτιάνει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια και παίρνει δρόμο όπου τον βρει. Τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ από τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα. 

- Ώρα καλή, σταυρομάνα
-Καλώς την κοπέλα. Που, κοπέλα μου,σ'αυτά τα χώματα;
-Η τύχη μου μ' έφερε.Να μην είδες πουθενά τον κυρ Σιμιγδάλι, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
- Που, κορίτσι μου; αυτό το όνομα πρώτη φορά τ'ακούω. Κάτσε να ρθει το παιδί μου το βράδυ, αυτό γυρίζει όλο τον κόσμο, μπορεί να τον είδε πουθενά. 

Το βράδυ που ήρθε το φεγγάρι, του είπε:
-Παιδί μου, αυτή η κοπέλα σε παρακαλάει να της πεις μην είδες πουθενά τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
-Που; δεν τον είδα, κορίτσι μου. Αυτό το όνομα πρώτη φόρά τ'ακούω.Να πας στον ήλιο.Εκείνος μπορεί να τον είδε, γιατί γυρίζει πλειότερο στον κόσμο.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί και το πρωι της έδωσαν ένα μύγδαλο και της είπαν:
- Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις.

Πήρε η βασιλοπούλα το μύγδαλο και έφυγε. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έλειωσε το ένα ζευγάρι παπούτσια, όταν έφτασε στου ήλιου τη μάνα.
- Ώρα καλή, σταυρομάνα.
-Καλώς την κοπέλα. Πού κοπέλα μου σ'αυτά τα χώματα;
- Η τύχη μου μ'έφερε. Να μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη; τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
- Που κορίτσι μου; δεν τον είδα. Μόνο κάτσε να ρθει το παιδί μου το βράδυ, εκείνο μπορεί να τον είδε, γιατί γυρίζει πολύν κόσμο. 

Πάει ο ήλιος το βράδυ, γονατίζει μπροστά του η βασιλοπούλα και του λέει:
-Ήλιο μου, κυρ Ήλιο μου και κοσμογυριστή μου, μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
-Πού; δεν τον είδα. Μόνο να πας στ'αστέρια που είναι πολλά, μπορεί να τον είδε κανένα. 
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί και το πρωι της έδωσαν ένα καρύδι, και της είπαν:
-Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις. 

Ύστερα της έδειξαν το δρόμο και τους άφηκε γειά και έφυγε. 
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έλιωσε και τ'αλλο το ζευγάρι τα παπούτσια, όταν έφτασε στων αστεριών τη μάνα. 
- Ώρα καλή, σταυρομάνα. 
- Καλώς την κοπέλα; Που κοπέλλα μου, σ'αυτά τα χώματα;
- Η τύχη μου μ' έφερε. Να μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο; 
-Που; κορίτσι μου; δεν τον είδα. Μόνο κάτσε να έρθουν το βράδυ τα παιδιά μου, μπορεί να τον είδε κανένα. 
Πήγαν το βράδυ τα παιδιά της, και τα ρωτάει:
-Μην είδατε τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο; 
-Όχι, δεν τον είδαμε, είπαν τ'αστέρια. 
Τότε πετιέται ένα μικρό και λέει:
-Τον είδα εγώ
-Που τον είδες;
-Στ'ασπρα σπίτια τα χανιά, το γέρανο πουλάκι, εκεί τον έχει η βασίλισσα και τον φυλάει, να μην πάνε και της τον πάρουν. 
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί. Το πρωί της δείχνουν το δρόμο, της έδωσαν ένα φουντούκι και της είπαν:
-Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις. 

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει εκείπου ήταν ο κυρ Σιμιγδάλης. Πάει στο παλάτι είχαν πολλές χήνες. Πάει στις δούλες και τους λέει:
-Δε μ'αφήνετε να καθήσω εκειδά πόχετε τις χήνες;
Οι δούλες πάνε στη βασίλισσα και της λένε:
-Κυρά βασίλισσα, όξω είναι μια ζητιάνα και γυρεύει να τη βάλουμε να καθήσει στις χήνες. Τι να κάνουμε;
-Βάλτε την, είπε η βασίλισσα. 
Την έβαλαν. Εκεί κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. 
Το πρωί, άμα σηκώθηκε τσακίζει το μύγδαλο και βγαίνει μια ανέμη χρυσή με το μαγγάνι χρυσό και έβγαζε μασούρια χρυσάφι.Την είδαν οι δούλες και τρέχοντας πάνε στη βασίλισσα και της το λένε. 

Σαν τ'άκουσε η βασίλισσα, τους λέει:
-Δεν πάτε να της πείτε να μας τη δώσει εμάς; Τι την θέλει εκείνη;
Πάνε οι δούλες και της λένε:
-Είπε η κυρά βασίλισσα, δε μας τη δίνεις εμάς την χρυσή την ανέμη με το μαγγάνι; Τι την θέλεις εσύ;
-Σας τη δίνω μόνο θα μου δώσετε για μια βραδιά τον κυρ Σιμιγδάλη. Πάνε οι δούλες και το λένε στη βασίλισσα. 
-Και δεν της τον δίνουμε!είπε η βασίλισσα. Τι θα πάθει;

Το βράδυ λοιπόν, άμα φάγανε, έδωκεν η βασίλισσα, στον κυρ Σιμιγδάλη ένα πιοτό, και αυτό το πιοτό είχε μέσα ύπνο. Μόλις το ήπιε, αποκοιμήθηκε και τον πήραν οι δούλες στα χέρια και τον πήγαν στη ζητιάνα, και πήραν τη χρυσή ανέμη με το μαγγάνι.

Όταν έφυγαν οι δούλες, άρχισε η βασιλοπούλα να λέει στον κυρ Σιμιγδάλη:
-Γιατί δεν ξυπνάς; Δεν είμαι γω που σε έφτιασα; που έλιωσα τα μύγδαλα, τη ζάχαρη και το σιμιγδάλι και τα ζύμωσα; που έλιωσα τρία ζευγάρια παπούτσια σιδερένια, για να ρθω να σε βρω, και συ τώρα δε μου μιλάς; Δε με λυπάσαι, μάτια μου και φως  μου; Αυτά έλεγε όλη νύχτα η βασιλοπούλα, μα που να ξυπνήσει ο Σιμιγδαλένιος!

Το πρωί πήγαν οι δούλες, πήραν τον κυρ Σιμιγδάλη, του έδωσε η βασίλισσα άλλο ποτό και ξύπνησε.
Σαν έφυγαν οι δούλες, τσάκισεν η βασιλοπούλα το καρύδι και βγαίνει απο μέσα μια χρυσή κλώσσα με χρυσά πουλιά. 

Είδαν οι δούλες τη χρυσή κλωσσά με τα χρύσα πουλιά και τρέχοντας πήγαν στη βασίλισσα και της είπαν:
-Τρεχάτε είπεν η βασίλισσα πέστε της να μας τη δώσει εμάς, τι την θέλει εκείνη! Και σα σας πεί, να τη δώσουμε τον κυρ Σιμιγδαλένιο, της τον δίνουμε. Τι θα πάθει; Τι έπαθε το βράδυ, που της τον δώσαμε;
Πάνε οι δούλες και της είπανε:
-Δε μας τη δίνεις εμάς τη χρυσή κλώσσα με τα χρυσά πουλιά; Τι την θέλεις εσυ;
-Σα μου δίνετε τον κυρ Σιμιγδαλένιο άλλη μια βραδιά...

Σου τον δίνουμε είπαν οι δούλες.
Έδωσε πάλι η βασίλισσα ύπνο στον κυρ Σιμιγδάλη και μόλις αποκοιμήθηκε τον πήραν στα χέρια οι δούλες και τον πήγαν στη ζητιάνα, πήραν τη χρυσή κλώσσα με τα χρυσά πουλιά και έφυγαν. 

Σαν έφυγαν, άρχισε πάλι η βασιλοπούλα να λέει οτι έλεγε την πρώτη βραδιά, αλλά που να ξυπνήσει ο κυρ Σιμιγδάλης. Και το πρωί πήγαν πάλι οι δούλες, πήραν τον κυρ Σιμιγδάλη και έφυγαν. 

Η ζητιάνα σπάζει τότε το φουντούκι και βγαίνει απομέσα μια γαρουφαλιά με τα χρυσά γαρούφαλα, τρέχοντας πήγαν στη βασίλισσα και της το είπαν:
-Σύρτε, πέστε της να μας τη δώσει εμάς, τι την θέλει εκείνην; Κι αν θέλει πάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο, της τον δίνουμε, είπε η βασίλισσα. 
Πήγαν οι δούλες και της το είπαν. 

Μα δίπλα, εκεί που καθόταν η ζητιάνα, καθόταν ένας ράφτης και έραβε τη νύχτα και άκουσε όλα τα λόγια που έλεγε η ζητιάνα. Βρίσκει τον κυρ Σιμιγδάλη και του λέει:
-Βασιλιά μου, με το μπαρντόν, θα σου κάμω μια ερώτηση. 
-Να μου κάνεις είπε ο κυρ Σιμιγδάλης. 
-Το βράδυ που κοιμάσαι;
-Γιατί μ'ερωτάς; Στο σπίτι μου, που θα κοιμάμαι;
-Κυρ Σιμιγδάλη, έχω δυο βραδιές να κλείσω μάτι, απο κείνη τη ζητιάνα, που έχετε στις χήνες. Όλη νύχτα κάθεται και λέει: "Κυρ Σιμιγδάλη, γιατί δεν ξυπνάς; Εγώ έλιωσα τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να ρθω και σε βρω και συ τώρα δε μου μιλάς;"

Ο κυρ Σιμιγδάλης το κατάλαβε, μα δεν είπε τίποτα.Πάει και σιάζει το άλογό του και βάζει πάνω ένα δισάκι φλουριά. 
Το βράδυ του έδωκε πάλι η βασίλισσα το πιοτό, μα εκείνος δε το ήπιε και έκαμε πως αποκοιμήθηκε. 

Μονομιάς τότε οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στη ζητιάνα και πήραν τη χρυσή γαρουφαλιά με τα χρυσά γαρύφαλα. 

Σαν έφυγαν οι δούλες και άρχισε πάλι η βασιλοπούλα να λέει τα βάσανά της, σηκώθηκε ο κυρ Σιμιγδαλένιο, την αγκάλιασε και στη στιγμή μπήκαν καβάλα στ' άλογο και πήραν δρόμο. 

Πάνε το πρωί οι δούλες να πάρουν τον κυρ Σιμιγδαλένιο, που να τον βρουν! Τρέχοντας με τα κλάματα πήγαν στη βασίλισσα και της το είπαν. Άρχισε τότε και κείνη τα κλάματα, μα τι να κάνει; Τότε είπε:
-Θα φτιάσω και γω έναν άντρα, και στη στιγμή βάζει τις δούλες και τσακίζουν κάμποσα μύγδαλα, τ'ανακατεύει με ζάχαρη και σιμιγδάλι και φτιάνει έναν άνθρωπο και αρχίζει τις μετάνοιες. Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, και απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν.

Η βασιλοπούλα με τον κυρ Σιμιγδαλένιο πήγαν στο βασίλειό τους και έζησαν καλά και όχι καλύτερα. Ήμουνα και γω κειδά και έκανα σεργιάνι. 

(από το βιβλίο του Γ.Α. Μέγα Ελληνικά Παραμύθια και όποιος βαριέται να το διαβάσει ας το ακούσει εδώ)

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιχνίδια του Φλεβάρη



Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.
-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.
Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει. Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.
-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…
-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!
Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.
-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄ αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα. Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!
-Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης.
-Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:
-Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;
-Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.
-Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.
-Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;
-Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.
-Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης. 
Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά.
Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:
-Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!
Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.
-Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.
-Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.
Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.
-Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!
-Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.
Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.
-Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;
-Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.
Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι, μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...
-Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...
-Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει. 
Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!
-Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…
Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:
-Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.
-Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.
-Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.
Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.
-Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;
-Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.
-Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.
-Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.
«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:
-Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.
Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!
-Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς.
Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:
-Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…
Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.
-Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.
Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.
Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.
Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.
-Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.
-Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.
-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.
Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:
«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!» 

(Την ιστορία τη βρήκα εδώ )

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Όταν κάποιος σ'αγαπάει αληθινά...


Μικρό και γλυκό
της Άνοιξης λουλούδι,
πόσο σ΄αγαπώ
κανείς δεν ξέρει,
γι΄αυτό
γαρδένιες θε να σου στείλω
από της καρδιάς μου
το παρτέρι
ευωδιά να χαρίζουν
σε σένα και το όποιο σου ταίρι
που ονειρό μου είναι
νάναι αστέρι
τα μονοπάτια της ευτυχίας
να σου φωτίζει
κι η ευτυχία σου
και τις καρδιές των γονιών σου
να αγγίζει

(απόσπασμα απο ποίημα που μου αφιέρωσε ο φίλος που δεν υπάρχει πια..καλό ταξίδι φίλε Χρήστο)

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

΄Οταν βαφτίστηκε ο Γενάρης


Ο Γενάρης γεννήθηκε ένα κρύο πρωί στη χώρα του παππού του Χρόνου, μια χώρα παραμυθένια κι αέρινη, που απλώνεται πάνω από τον αιθέρα και τυλίγει γύρω γύρω τη γη. Πατέρας του ήταν ο Χειμώνας και μητέρα του η Παγωνιά. Ο παππούς, μόλις άκουσε πως γεννήθηκε ο πρώτος του εγγονός, χάρηκε τόσο, που θαρρείς και ξανάνιωσε!
   - Χαρούμενος κι ευτυχισμένος ο νέος χρόνος! εύχονταν οι άνθρωποι κάτω στη γη τη μέρα εκείνη.
     Κι ο παππούς ήταν στ’ αλήθεια τόσο χαρούμενος, που ένιωσε πραγματικά πως ξανάγινε Νέος Χρόνος!
…………………………………………………………
      Το μωρό βαφτίστηκε όταν έγινε έξι ημερών, την ίδια μέρα που οι άνθρωποι κάτω στη γη γιόρταζαν τα Θεοφάνεια. Νονά  ήταν η Χιονοθύελλα και στα βαφτίσια είχαν έρθει όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι του Χειμώνα και της Παγωνιάς. Πρώτοι πρώτοι το Κρύο, το Ξεροβόρι κι ο Παγετός.
      Η νονά έβρεξε πρώτα το μωρό με χιονόνερο κι ύστερα του φόρεσε ρουχαλάκια χιονάτα, παπούτσια από πάγο και σκουφάκι από πάχνη…. ΄Εβαλε το μωρό στην αγκαλιά της μαμάς του και είπε:
    - Να μας ζήσει ο Ιανουάριος!
      Η Παγωνιά όμως φώναζε το γιο της Ιανουάριο μονάχα τις φορές που έκανε σκανταλιές. Τις άλλες ώρες τον έλεγε πάντα Γενάρη.
     Ο Γενάρης λοιπόν έκανε την πρώτη του σκανταλιά την άλλη κιόλας ημέρα.
   - Δε θέλω γάλα! φώναξε μόλις αντίκρισε το μπουκάλι που του έφερε η μαμά του. Θέλω παγωτό!
   - Ιανουάριε, φρόνιμα! τον μάλωσε η Παγωνιά. Είσαι μικρός ακόμα για παγωτό. Δεν είσαι παρά εφτά ημερών!
   - ΄Ενας μήνας εφτά ημερών είναι κιόλας ένας μήνας που τρέχει, τσίριξε κείνος. Θέλω παγωτό, θέλω παγωτό, θέλω παγωτό!
     Κι άρχισε να χοροπηδάει πάνω στο στρωματάκι με τις νιφάδες που του είχε φτιάξει η μαμά του.  Κι απ’ το πολύ το χοροπηδητό τρύπησε το στρώμα, ξεχύθηκαν οι νιφάδες κι άρχισαν να πέφτουν στη γη…

 (Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα παιδιά του Χειμώνα» - Σειρά: Ιστορίες με τους 12 μήνες, Πατάκης 1988, 18η έκδοση 2009. Εικ.: με κολάζ της Λ.Π.-Α.)