Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Η Ρόζα είναι "τρελή και αδέσποτη"

Περίπου τη δεκαετία του 90 Πάσχα στο χωριό, ο εξάδερφός μου ο Σάκης ο μεγάλος (καθότι ο παππούς Αθανάσιος πολλοί στο σόι, με το ίδιο όνομα, κάπως έπρεπε να τους ξεχωρίσουμε) του είχε ανατεθεί να αναλάβει το ρόλο του dj. Μέσα σε όλα τα cd που είχε (δημοτικά, λαϊκά, ποντιακά είχε και ένα cd που μου τράβηξε την προσοχή, λόγω εξώφυλλου, μου είχε φανεί πολύ πρωτοποριακό, πολύ ιδιαίτερο. 



Ε και σαν άκουσα και το «Ένα και ένα» κόλλησα. Από τότε λάτρεψα το Νίκο Παπάζογλου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μια συναυλία στη Μονή Λαζαριστών που έβλεπα πολλούς «Παπαζογλου» και θυμάμαι και ένα πιτσιρίκι με τζιν πουκάμισο, τζιν παντελόνι και με κόκκινο λαχουρ φουλάρι, ένας μικρός Παπάζογλου. Και περιμένοντας να ξεκινήσει άρχισε να ψιλοβρέχει. Βγαίνει και λέει στο μικρόφωνο: « δε φεύγει κανείς, θα παίξουμε κανονικά ακόμα και με κίνδυνο την ηλεκτροπληξία». Τον αγαπώ. 


Και μετά το δικό μου αγαπημένο ήταν το τρελή και αδέσποτη…γιατί άραγε ;)




υ.γ.στον ξάδερφο δε του το είπα ποτέ, οτι ήταν η αιτία που αγάπησα τον Παπάζογλου


Ίδια ημερομηνία ένα χρόνο μετά από τον Παπάζογλου φεύγει και ο Μητροπάνος, άλλος αγαπημένος τραγουδιστής (στο σπίτι πολυτραγουδισμένος κυρίως από την μαμά). Είχε έρθει στους Αμπελόκηπους το 2002 για συναυλία. Πολυαγαπημένος. Αααα θυμήθηκα τώρα ο μπαμπάς μιας συμμαθήτριας είχε κασέτες (ναι, ξέρω προδίδω ηλικίες) και μετά από της ηλικίας μας τα τρέντι τραγούδια ή pop όπως μάλλον είναι το σωστό, μας έβαζε να ακούμε τις δικές του, τις κατάδικες του κασέτες με τον Μητροπάνο, έτσι έγινε και δικός μου αγαπημένος. Μετά από χρόνια και μετά το θάνατό του βρέθηκα στα Τρίκαλα στη γενέτειρά του. Ήμασταν για φαγητό σε ένα μαγαζί με υπέροχο φαί και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι παίζει συνέχεια Μητροπάνο. Ρωτάω στην παρέα, τι έγινε ρε παιδιά έχει αφιέρωμα στον Μητροπάνο; Και μου απαντούν ναι γιατί είναι η γειτονιά του εδώ από πίσω.


και ένα ακόμα που εξαιτίας ενός περιστατικού σε μια παρέα έγινε πολύ πολυαγαπημένο 


να είστε καλά και να κάνετε συναυλίες εκεί που είστε και εμείς να είμαστε καλά και να περνάμε ακόμα καλύτερα! 

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Τα δεκανίκια (ελευθερίας εγκώμιο)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια πολιτεία μονάχη, στη μέση του πουθενά…

Και σ αυτή την πολιτεία βασίλευε ένας βασιλιάς, που μια μέρα πήγε στο κυνήγι κι εκεί, κανείς δε ξέρει πως, κάτι τρόμαξε τ’ άλογό του κι αυτό χλιμίντρισε άγρια ορθώθηκε στα δύο πόδια και γκρέμισε το βασιλιά, που πληγώθηκε βαριά και πήγε να πεθάνει. Και φώναξαν γιατρούς, φώναξαν μάγους για να γιάνει…
Και γέρεψε. Μόνο που δε θα μπορούσε ποτέ πια να ξαναπερπατήσει δίχως στήριγμα. Γι’αυτό και του' φτιαξαν δεκανίκια χρυσά.

Όμως, ο βασιλιάς δεν ήθελε να είναι ο πρώτος απ’όλους και να’ναι μονάχα αυτός ο ανήμπορος. Ήθελε να είναι ο πρώτος ανάμεσα σε ίσους. Έτσι, έβγαλε διαταγή που κήρυκες την κήρυξαν απ’άκρη σ’άκρη σ’ολόκληρη την πολιτεία:

Ακούσατε ακούσατε! Νέοι, γέροι και παιδιά κι αυλικοί και δουλικά κι αγρότες και στρατιώτεςςςςς… Ο πολυχρονεμένος βασιλιάς προστάζει, όλοι να περπατούν με δεκανίκια. Βασιλική διαταγή! Και σ’όποιον παρακούσει, η ποινή είναι θάνατος.

Στην αρχή, κάποιοι βρήκανε τόσο παράλογη τη διαταγή που την αψήφισαν. Όμως, σαν πέσανε κεφάλια, όλοι υπάκουσαν και μια νεκρική σιωπή τύλιξε την πολιτεία, που την έσπαγε πού και πού ο ξερός ήχος απ’ τα δεκανίκια πάνω στο πατημένο χώμα και τις πλάκες τις παλιές, στα σοκάκια στις αυλές…

Και πέρασε καιρός. Και σιγά, σιγά, μικροί μεγάλοι ξέμαθαν να περπατούν σαν πρώτα. Κι οι παλιοί γέρασαν και φύγανε και καινούρια παιδιά γεννήθηκαν που ποτέ δεν είχαν δει κανένα να περπατάει δίχως δεκανίκια. Και πέρασε κι άλλος καιρός, ώσπου, μια μέρα, σε βαθιά γεράματα, πέθανε ο μικρός, στην ψυχή του, βασιλιάς.

Τότε, ένας γέρος ερημίτης που ζούσε σε μια καλύβα στην άκρη του δάσους και που δεν κρατούσε δεκανίκια παρά μονάχα τις λίγες φορές που έπρεπε, για να πάρει ρύζι και λίγο τσάι, να κατέβει ως το χωριό, τόλμησε, για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια και χρόνια, να περπατήσει μπροστά στους χωριανούς χωρίς δεκανίκια.

Κοιτάξτε! Κοιτάξτε με, τους είπε. Ποτέ δεν ξέμαθα να περπατάω, γιατί είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου να θέλει να στέκεται όρθιος. Προσπαθήστε κι εσείς. Μπορείτε! Πέθανε ο βασιλιάς! Δεν έχετε τίποτα να φοβηθείτε!....

Κάποιοι απ’ τους πιο νέους πέταξαν τα δεκανίκια και προσπάθησαν να περπατήσουν. Όμως, δεν τα κατάφεραν. Πέσανε στο χώμα, γεμίζοντας πληγές.

Τότε όλοι στο χωριό τον πήρανε τον ερημίτη με τις πέτρες κι εκείνος, γυρνώντας με σκυμμένο κεφάλι στην καλύβα του, είχε καταλάβει πως όταν κάποιος είναι σκλάβος μιας ανημποριάς ανύπαρκτης για τόσο πολύ καιρό, δεν μπορεί να γίνει ελεύθερος από τη μια στιγμή στην άλλη. Θα πληγωθεί. Γιατί η τόλμη δεν αρκεί. Χρειάζεται κι υπομονή κι επιμονή και πειθαρχία η ελευθερία. Και κανένας δεν μπορεί να σου την επιβάλει, αν βαθιά μέσα σου δεν την λαχταράς…

Όμως, το ίδιο εκείνο βράδυ, μόλις έπεσε να κοιμηθεί, ο ερημίτης άκουσε έναν ήχο, κάτι σαν σούρσιμο φύλλων στο κατώφλι του. Πίστεψε πως ήταν ο αέρας και δε σάλεψε. Αλλά, σε λίγο, ο ήχος ξαναγύρισε σαν χτύπημα ρυθμικό πάνω στην πόρτα. Σηκώθηκε, άναψε το λυχνάρι, ξεμαντάλωσε και είδε δέκα ζευγάρια λαμπερά μάτια να τον κοιτούν. Ήταν δέκα παλικάρια από το χωριό που του είπαν:

Δάσκαλε, μάθε μας να περπατάμε χωρίς δεκανίκια. Δίδαξέ μας την ελευθερία που έχει το ζαρκάδι στο δάσος και το άλογο στη στέπα και ο λαγός και το κουνάβι και ο ασβός…

Δεν είμαι δάσκαλος. Είμαι ένας άνθρωπος μοναχός, που επειδή δεν είχα να νοιαστώ γυναίκα και παιδιά, μπόρεσα κι αψήφησα τη διαταγή του βασιλιά. Δεν χρειάστηκε να μάθω τίποτα. Μόνο να μην ξεμάθω. Τι θα μπορούσε να διδάξει κάποιος που δεν ξέμαθε;

Όμως, τ’ αγόρια επέμειναν και παρακάλεσαν και δεν δέχονταν να φύγουν αν δεν μάθαιναν από κείνον που δεν ξέμαθε.

Ο γέρος τους κράτησε. Και μέρα τη μέρα, σιγά σιγά, οι μυώνες τους δυνάμωσαν και τα πόδια άρχισαν να μπορούν να κουβαλούν το σώμα. Κι ύστερα, βάλθηκαν να τρέχουν κι έπειτα έμαθαν να χορεύουν ξεχασμένους, παλιούς χορούς…

Σαν ένιωσαν πως ήταν έτοιμοι, κατέβηκαν στο χωριό, περπατώντας με το σώμα στητό και τα χέρια ελεύθερα. Και μπροστά στους έκπληκτους χωριανούς, έτρεχαν και έκαναν τούμπες και χόρευαν. Τότε δεν έμεινε κανείς να μην τους ακολουθήσει. Όλοι πέταξαν τα δεκανίκια και πήγαν να χορέψουν.

Περιμένετε! Τους φώναξε ο γέροντας. Όχι απότομα! Σιγά σιγά θα πρέπει το σώμα να συνηθίσει για να μπορεί να υπακούει στου χορού τον ρυθμό. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα..Όχι ακόμα!

Όμως, όπως κανένας δεν ήθελε ν’ ακούσει, δεν  έμεινε κανένας να μην πέσει ανήμπορος στο χώμα. Κι εκεί να δεις πληγές και σπασίματα και φωνές και βογκητά κι ουρλιαχτά! Κι έγινε μεγάλη αναταραχή. Κι ήρθαν στρατιώτες κι έπιασαν τους ταραχοποιούς. Κι οι δικαστές τους δίκασαν, ξεθάβοντας τον παλιό νόμο.

Σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος, είπε ο καινούριος βασιλιάς. Η ποινή θάνατος!

Ο δάσκαλος και τα δέκα παλικάρια χάθηκαν. Όλα ξαναγύρισαν στον παλιό, γνώριμο ρυθμό που δίνουνε τα δεκανίκια, και ποτέ πια κανείς δεν τόλμησε να περπατήσει δίχως στήριγμα σε κείνη εκεί την πολιτεία.

Και από τότε, στον τόπο εκείνο, όταν οι παραμυθάδες λένε παραμύθια, αφηγούνται και μια ιστορία παράξενη:πως κάποτε, σε κάποιο μέρος του κόσμου, οι άνθρωποι περπατούσανε με το σώμα στητό και τα χέρια ελεύθερα…

Άραγε, να είναι αλήθεια; Ή μήπως να ναι κι αυτό ένα από τα τόσα και τόσα παραμύθια; (Από τη σειρά παραμυθιών Κι αν σου μιλώ με παραμύθια, Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών, της Λίλη Λαμπρέλλη, Εκδόσεις Πατάκη)

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Ο φοίνικας και η πέτρα

Ήταν κάποτε ένας κακός άνθρωπος που τον έλεγαν Μπεν Σάντοκ. Η σκοτεινιασμένη του ψυχή δεν μπορούσε να χαρεί το καλό και το όμορφο. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι πράξεις του κινούνταν σε τόσο σκοτεινές περιοχές, που οτιδήποτε ήταν όμορφο και υγιές δεν μπορούσε να το αντέξει. Μοναδική του χαρά ήταν το να καταστρέφει.

Κάποια μέρα περπατούσε σε μια όαση, όταν το κακό βλέμμα του έπεσε πάνω σ’ ένα τρυφερό φοινικόδεντρο, που ήταν ακόμη μικρό σε ηλικία και χαιρόταν που μεγάλωνε. Χαρούμενο κουνούσε τα φύλλα του με τον αέρα και απολάμβανε την ύπαρξή του.

Ο Μπεν Σάντοκ πήρε μια βαριά πέτρα και την έβαλε ακριβώς πάνω στην τρυφερή κορφή του νεαρού δέντρου και μετά συνέχισε το δρόμο του μ’ ένα απαίσιο γέλιο.
Το φοινικόδεντρο στην αρχή έδειξε ότι βρίσκεται κάτω από δυνατή πίεση. Μετά τινάχτηκε κι έσκυψε προς όλες τις πλευρές, προσπαθώντας να ρίξει από πάνω του την πέτρα. Όμως παρ’ όλες του τις προσπάθειες δεν μπόρεσε να τα καταφέρει, η πέτρα ήταν με πολλή δύναμη πιεσμένη πάνω στην κορφή του.

Ο νεαρός φοίνικας ηρέμησε και αποτραβήχτηκε στον εαυτό του. Για μερικές ημέρες και νύχτες ένοιωθε σαν σε όνειρο. Μετά άρχισε να συγκεντρώνει αργά τις δυνάμεις του. Βύθισε βαθιά στη γη τις ρίζες του και ύψωσε την κορφή του προς τον ουρανό για να μπορέσει να κρατήσει την ισορροπία του. Μ’ αυτό τον τρόπο οι ρίζες του έφτασαν στο βάθος της γης, σε υπόγεια νερά, που το δυνάμωσαν.
Με το φως του ήλιου μεγάλωνε η δύναμή του κι έτσι, έγινε ένα πραγματικά επιβλητικό δέντρο.

Ύστερα από χρόνια, ξαναπέρασε απ’ την όαση ο Μπεν Σάντοκ για να χαρεί το έργο του. Φανταζόταν το ανάπηρο φυτό και γελούσε χαιρέκακα.`Αδικα όμως γύριζε μέσα στην όαση, ψάχνοντας για ένα κατεστραμμένο δεντράκι. 

Και τότε, ο ωραιότερος φοίνικας της όασης, έσκυψε την κορφή του, του έδειξε την πέτρα που ήταν μέσα στην καρδιά του και είπε με ήπια φωνή:
“Σ’ ευχαριστώ Μπεν Σάντοκ, το βάρος που έβαλες επάνω μου με έκανε δυνατό”.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

μνήμη και λαχτάρα

Μια ματιά ανεξίτηλη
Μνήμη μηδεν
Συνάντηση
Μνήμη θολή
Φωτογραφία
Μνήμη δυνατή
Επικοινωνία
Μνήμη καθημερινή

Λαχτάρα καθημερινή

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

χαρμολύπη η ζωή μωρέ


Ανοίγω τα μάτια κατά τις 8.30 χαζολογώντας στο ιντερνέ, μπαίνω και στο τουιτερ…και μαθαίνω τα δυσάρεστα…Contrabbando RIP και σκέφτομαι τη ημερομηνία έχουμε, δεν είναι πρωταπριλιά…Θεέ μου


Δεν του αρμόζουν οι επικήδειοι και τα κλισέ, ο Contrabbando ήταν μια ιδιαίτερης εξέχουσας σημασίας προσωπικότητα. Νοιώθω πάρα πολύ τυχερή που τον γνώρισα πρώτα μέσω twitter, μετά μέσω των εκπομπών του στο radiobubble…στιγμές αστείρευτου χιούμορ και απείρου γέλιου και φυσικά δια ζώσης. Σε έκανε να τον συμπαθήσεις ,από την πρώτη στιγμή, που τον «συναντούσες». Είχα λαχτάρα να τον γνωρίσω, από κοντά, όπερ εγένετο. Πριν σχεδόν δύο χρόνια ανέβηκε Θεσσαλονίκη, προπαραμονές εορτών. Ακόμα, θυμάμαι την πρώτη στιγμή, που μου είπε ένας φίλος «Ευαγγελία να τος ο Παναγιώτης»(δεν είχα ούτε μια εικόνα πως ήταν) πήγα στάθηκα μπροστά του, αμέσως με κατάλαβε εεε και ακολούθησαν αγκαλιές φιλιά..αυτή τη στιγμή την κατατάσσω, ως μία από τις πιο όμορφες της ζωής μου. Χωρίς γιατί, έτσι. Γιατί δεν εξηγούνται όλα με γιατί.
όσοι τον είχαν κοντά τους, είναι πολύ τυχεροί και έχουν πολλά περισσότερα να θυμούνται. Πολλές φορές, όμως, μπορεί να συναντήσεις κάποιον, που δεν τον βλέπεις ή δε μιλάς καθημερινά, αλλά σου εκμαιεύει μια οικειότητα pure βρε αδελφέ, που δε στη βγάζουν άλλοι, που τους ξέρεις χρόνια πολλά.
Εύχομαι να είναι καλά εκεί που πας…
Τα υπόλοιπα τα κρατώ στην καρδιά μου, είσαι δυνατός, και φωτεινό παράδειγμα
Θα κλείσω με αυτό
Πένθησε με μέτρο τους γνωστούς σου. Γιατί δεν έχουν πεθάνει, αλλά τον ίδιο δρόμο που όλοι αναγκαστικά θα περάσουμε, αυτοί τον πήραν πρώτοι.~Αντιφάνης

Και με το βιντεάκι αυτό που τυχαία έπεσε το μάτι μου στο όνομα του άλμπουμ λέει Κοντραμπάντο...

https://www.youtube.com/watch?v=9vVWJupH6_A&feature=kp

εις το επανιδείν φίλε μου...αα και το φως του Πανίκα θα το κρατήσω, για να θυμάμαι την έκπληξη..και επίσης σου υπόσχομαι οτι στα τσίπουρα θα πίνω πάντα ένα για σένα...

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

ο Χτυποκάρδης του Καρλ Νοράκ

Από τα πολύ αγαπημένα μου ο Χτυποκάρδης..θα παραθέσω αποσπάσματα του βιβλίου. Αξίζει να το αγοράσει κάποιος, και για την ιστορία αλλά και για την υπέροχη εικονογράφηση της  Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ.

Επειδή θα το απελευθερώσω στις 14 Φλεβάρη, που είναι η γιορτή των ερωτευμένων, με την ελπίδα να το βρει ένα ζευγάρι και να το διαβάσει μαζί, το έχω κρατήσει σαν ιστορία...

Ο κύριος Πετράν έφτιαχνε μαριονέτες. Δεν τις έδειχνε όπως ποτέ στα παιδιά. Τις έφτιαχνε μόνο για τον εαυτό του, για να πραγματοποιεί τα όνειρά του. 

.............................................................

Πρώτα, έφτιαξε μια μικρή ερωτευμένη κούκλα. Στην καρδιά της τοποθέτησε δύο μικροσκοπικά βότσαλα. Κάθε φορά που οι πετρούλες χτυπούσαν, έβγαζαν σπίθες που την έκαναν να λάμπει ολόκληρη. Όμως, οι σπίθες άναψαν φωτιά και η κούκλα κάηκε. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά, που η κούκλα αισθάνθηκε να φλέγεται από έρωτα.

Έπειτα, ο εφευρέτης κατασκεύασε ένα σκυλί για να έχει συντροφιά. Το ζώο ήταν σαν αληθινό! Άρχισε, λοιπόν, να γαβγίζει και να δαγκώνει. 


Ο κύριος Πετράν αποφάσισε να το σπάσει, για να σταματήσει η φασαρία. Ο κύριος Πετράν δεν έχασε το κέφι του. Έφτιαξε ένα πολύ για να ανεβάσει τα όνειρά του στον ουρανό. Το πουλί φτερούγισε τόσο δυνατά και πέταξε τόσο μακριά, που δεν ξαναγύρισε τόσο δυνατά και πέταξε τόσο μακριά, που δεν ξαναγύρισε ποτέ. Τι κρίμα, έμεινε πάλι μόνος! 


Ξαφνικά, ένα πρωί του ήρθε μια καταπληκτική ιδέα. Αποφάσισε να φτιάξει ένα ανδρείκελο, που να του μοιάζει, 
-Θα είναι ο σωσίας μου! Είπε ενθουσιασμένος. Θα μ' αγαπάει και εγώ θα τον έχω σαν αδελφό. Στάθηκε λοιπόν μπροστά στον καθρέφτη κι άρχισε να δουλεύει.  

......................................................

Πήρε μικρά γρανάζια από το καλύτερο ρολόι του και του τα έβαλε στον εγκέφαλο. Στη σχισμή που άνοιξε για στόμα τοποθέτησε πολλά μικρά μουσικά κουτιά. Έτσι η μαριονέτα θα μιλούσε γλυκά σαν αηδόνι.

.....................................................

Εκείνη ακριβώς τη νύχτα, η μαριονέτα του άνοιξε τα μάτια της. Σηκώθηκε από τη θέση της αργά αργά. Είχε ζωντανέψει…Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα…

....................................................

Μ έφτιαξες από ξύλο, δεν είμαι σαν και εσένα. Κι όμως κρυώνω τόσο πολύ, είπε το πλάσμα. 
-Να πάρει! Απάντησε ο κύριος Πετράν, και του πέταξε ένα σάλι. 

......................................................

Για πολλές μέρες δεν έδιναν σημασία ο ένας στον άλλο. Ένα μεσημέρι, το ανδρείκελο είπε:
-Εσύ που μ’ έφτιαξες τι όνομα μου διάλεξες;
-δε σου χρειάζεται όνομα . Δεν είσαι κανένας.
-Σ’ αγαπώ σαν αδελφό, μόλο που δεν έχω καρδιά. Εσύ γιατί δε μ’αγαπάς με τη δική σου; Του είπε το πλάσμα, κι ακούμπησε το μηχανικό του χέρι στον ώμο του. 
Με πονάς, Φύγε! Φώναξε ο κύριος Πετράν και τινάχτηκε. Είσαι άσχημος. Μ’ αηδιάζεις. Ποτέ δε θα μου μοιάσεις!
.....................................................

Τραγούδησε σιγανά, έκανε τον γαλάζιο κλόουν… όμως ο κυριος Πετράν δεν του έριξε ούτε ένα βλέμμα. Εκείνη τη νύχτα, το ανδρείκελο έμεινε ξάγρυπνο. Μόλις ξημέρωσε, έφυγε χωρίς ένα αντίο…Βρέθηκε σε μια άγνωστη πόλη, όπου δε γνώριζε κανέναν. Στον δρόμο κρυβόταν.  

......................................................................

«Η πρώτη λέξη που θ’ακούσω θα είναι το όνομά μου!» σκέφτηκε.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τσίρκο πέρασε από μακριά..
Η φωνή στα μεγάφωνα έλεγε:
-Χτυποκάρδι στο τσίρκο που ήρθε απ’ τα θερμά κλίματα!
.........................................................................

Ο Χτυποκάρδης διέσχισε ένα πάρκο. Έφτασε στη μεγάλη πλατεία όπου είχαν στήσει την τέντα του τσίρκου. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, για να δει τα ζώα στα κλουβιά. 
Πλησίασε και με νοήματα και φωνούλες έδειξε πως ήταν χαρούμενος που ήταν μαζί τους. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν.

...........................................................................

-Με λένε Χτυποκάρδη
-Ωραίο ακούγεται. Έχει γούστο. Πες μου όμως, εσύ δε χαμογελάς ποτέ;
Ντροπαλά, ο Χτυποκάρδης προσπάθησε για πρώτη φορά να χαμογελάσει.
-Λοιπόν, άκουσέ με καλά, μεγάλε θλιμμένε παλιάτσε! Του είπε το κορίτσι. Τώρα θα μάθεις το μυστικό μου. Εγώ, η Έλλη, είμαι λίγο μάγισσα.

........................................................................... 

«Είμαι βέβαιος ότι τα παιδιά δε με φοβούνται» σκέφτηκε. «Ξέρουν ότι δεν είμαι κακός. Εγώ είμαι λίγο σαν και αυτά. Έχω τόσα να μάθω!»

...............................................................................





Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Η γέφυρα του γίγαντα (Ιρλανδία)


Μια φορά κι έναν καιρό – τότε που ακόμα οι άνθρωποι ζούσαν με τους γίγαντες μονοιασμένοι – υπήρχε ένας γενναίος πολεμιστής στην Ιρλανδία που τον λέγανε Φινν.

Ο Φινν ήταν από εκείνους τους πολεμιστές που είχαν αίμα γιγάντων και γι’αυτό ήταν ψηλός και τρομερός στη μάχη. Είχε πολεμήσει τους μαύρους πειρατές κι είχε βουλιάξει τα καράβια τους, είχε με εξυπνάδα ξεγελάσει τα μπλε ξωτικά του δάσους κι είχε κατατροπώσει τους ληστές των βουνών για να μπορεί η θεία του να περνάει από την οροσειρά και να πηγαίνει να τον βλέπει όποτε του έφτιαχνε κέικ.

Μια μέρα που περπατούσε στην ακτή κοντά στην παλιά γέφυρα του γίγαντα – η γιαγιά του η γιγάντισσα έλεγε ότι την είχε φτιάξει ο παππούς τους αλλά δεν την πίστευε και πολύ – ο Φινν είδε ένα κορίτσι να ατενίζει τη θάλασσα, τα μαύρα μαλλιά της να ανεμίζουν στον κρύο αέρα της Ιρλανδίας και τη ρώτησε τι κάνει εκεί.

- Κοιτάω τις ακτές της Σκωτίας – του είπε η κοπέλα δείχνοντας τη γη απέναντι.
Την λέγανε Ούνα κι ο Φινν την αγάπησε με την πρώτη ματιά αν και εκείνη τον αγάπησε με τη δεύτερη. Είχε φύγει από τη Σκωτία όταν σε μια μάχη με τον τρομερό γίγαντα πολεμιστή Μπεναντόνερ το χωριό της είχε καταστραφεί. Κουρασμένη από τις μάχες είχε περάσει τη γέφυρα του γίγαντα μια νύχτα κι είχε έρθει στην Ιρλανδία αλλά της έλειπε το σπίτι της και τα αλμυρά λιβάδια του χωριού της.

Παντρευτήκανε μια μέρα δίπλα στη θάλασσα και ο Φινν της έφτιαξε ένα σπίτι με πέτρες γκρι και σταθερές για να μη τις παίρνει ο άγριος αέρας. Έφτιαξε το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας να βλέπει προς τις ακτές της Σκωτίας και τη γέφυρα του γίγαντα που οδηγούσε στο χωριό της αν και το χωριό της δεν ήταν πια εκεί. Κι ήταν ευτυχισμένοι.

Ένα βράδυ που ο αγέρας φυσούσε λυσσασμένα γύρω από το μικρό γκρι σπιτάκι χτύπησε η πόρτα κι η Ούνα πήγε ανήσυχη να δει ποιος είναι γιατί η σούπα ήταν έτοιμη κι ο Φινν δεν είχε έρθει ακόμα. Άνοιξε τη βαριά πόρτα κρατώντας το σπαθί της – γιατί οι ληστές είχαν πολλαπλασιαστεί στην ακτή εκείνα τα χρόνια – και είδε τον ξάδελφο της να την περιμένει. Είχε περάσει με κάθε προφύλαξη τη γέφυρα του γίγαντα για να την ειδοποιήσει ότι ο Μπεναντόνερ είχε ακούσει για τον γενναίο Φινν και δεν ανεχόταν να υπάρχει κι άλλος πολεμιστής με αίμα γιγάντων πιο ξακουστός από αυτόν. Λογάριαζε λοιπόν την άλλη μέρα να περάσει τη γέφυρα και να καλέσει τον Φινν σε μάχη.

Η Ούνα ήξερε την καρδιά του Φινν και ήταν σίγουρη πως θα έλεγε ναι. Θυμόταν όμως η Ούνα πως ο Μπεναντόνερ είχε γονείς γίγαντες ενώ ο Φινν μόνο παππούδες και φοβόταν πως θα σκοτωθεί ο άντρας της στη μάχη. Έδιωξε γρήγορα τον ξάδελφο της και έριξε στη σούπα βοτάνια τρομερά που θα κοιμίζανε και τους θεούς. Όταν ήρθε ο Φινν τον φίλησε στο μάγουλο και έκανε την άρρωστη για να μη φάει, εκείνος όμως μόλις τελείωσε τη σούπα του κοιμήθηκε πάνω στο τραπέζι με τα ροχαλητά του τόσο δυνατά που τρέμανε οι πέτρες του σπιτιού.

Γρήγορα – γρήγορα η Ούνα του ξύρισε τα πλούσια γένια και έφερε με κόπο στο σπίτι το ξύλινο παχνί των ζώων που το έστρωσε με σεντόνια άσπρα κεντημένα για να μοιάζει με κούνια. Με μεγάλη προσπάθεια έβαλε τον Φινν μέσα. Άνοιξε το παλιό μπαούλο της γιαγιάς του Φινν με τα αναμνηστικά της και του έβαλε το μωρουδιακό σκουφί του παππού του γίγαντα και τα μωρουδιακά ρουχαλάκια και δίπλα άφησε την τεράστια πιπίλα. Κι αφού όλα ήταν έτοιμα κάθισε να περιμένει στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας.

Τα ξημερώματα είδε τον τρομερό όγκο του Μπεναντόνερ να περνάει τη γέφυρα του γίγαντα, η γη να αντηχεί ρυθμικά στα βήματα του. Βγήκε στην πόρτα της κάνοντας ότι μόλις είχε ξυπνήσει.
- Καλημέρα Ούνα, φώναξε ο Μπεναντόνερ
- Καλή σου μέρα Μπεναντόνερ. Πώς κι από τα μέρη μας;
- Έμαθα ότι παντρεύτηκες Ούνα και ήρθα να δώσω ένα μάθημα στον άντρα σου που διαλαλεί ότι έχει αίμα γιγάντων.
- Δεν είναι ο άντρας μου εδώ – είπε η Ούνα σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της – μόνο ο γιος μας είναι μέσα και κοιμάται κι εκείνος έχει πάει για κυνήγι.

Κάλεσε τον Μπεναντόνερ στο σπίτι που μπήκε μέσα σκυφτός για να μη χτυπάει το κεφάλι του στο ταβάνι. Κι όσο η Ούνα έφτιαχνε το τσάι του σε μία μεγάλη κατσαρόλα ο Μπεναντόνερ είδε το γιγάντιο μωρό που κοιμόταν στο παχνί.
- Αυτός είναι ο γιος σου; ρώτησε την Ούνα.
- Αυτός, είπε η Ούνα χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της από την κατσαρόλα.

Ο Μπεναντόνερ, βλέποντας τον τρομερό Φινν να κοιμάται και νομίζοντας ότι είναι το μωρό του Φινν και της Ούνα δείλιασε γιατί σκέφτηκε ότι αν το μωρό είναι τόσο ψηλό και δυνατό τότε σίγουρα ο πατέρας πρέπει να είναι πραγματικός γίγαντας. 

Τρελός από φόβο βγήκε γρήγορα από το σπίτι κι έτρεξε προς τη Σκωτία – με κάθε βήμα κατέστρεφε και λίγο από τη γέφυρα του γίγαντα για να είναι σίγουρο ότι ο τρομερός Φινν δε θα μπορούσε να τον ακολουθήσει. Γύρισε στη Σκωτία και για όλη του τη ζωή κοιτούσε τρομαγμένος προς τις ακτές της Ιρλανδίας, μήπως κι ο γίγαντας Φινν αποφασίσει με δυο δρασκελιές να φτάσει στην ακτή και να τον καλέσει σε μάχη.

Κι έτσι, ο Φινν και η Ούνα ζήσαν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια και κάνανε πολλά παιδιά, άλλα γίγαντες κι άλλα ανθρώπους που αν ξέρεις που να ψάξεις θα τα αναγνωρίσεις σ’όλες τις γωνιές του κόσμου.

Το παραμύθι είναι βασισμένο σε έναν από τους θρύλους για το Giant’s Causeway στην Country Antrim της Βόρειας Ιρλανδίας.